Για μια πολυαναμενόμενη πρεμιέρα προετοιμάζεται αυτές τις ημέρες το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Διότι στις 20 Μαρτίου θα παρουσιάσει στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος την κλασική χορογραφία του Μαριίς Πετιπά για τον «Δον Κιχώτη» του Λούντβιχ Μίνκους, η οποία ενθουσίασε πρώτη φορά το κοινό το 1869 στο Μπαλσόι της Μόσχας και γράφτηκε με χρυσά γράμματα στην παγκόσμια ιστορία του χορού χάρη στην αναθεωρημένη της μορφή που έκανε πάταγο το 1871 στο Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης.

Η υπόθεση του μπαλέτου αντλεί κυρίως υλικό από τον δεύτερο τόμο του «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες και επικεντρώνεται στον έρωτα ανάμεσα στην Κιτέρια (Κίτρι στο μπαλέτο) και στον κουρέα Μπαζίλιο. Ακόμη και σήμερα, αυτό το διαχρονικό αριστούργημα του παγκόσμιου ρεπερτορίου του μπαλέτου αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τους χορευτές του κλασικού χορού, λόγω του υψηλού βαθμού τεχνικής δυσκολίας, ενώ ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται κρίνει την ποιότητα του συνόλου ενός μπαλέτου. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει επικρατήσει να λέγεται στον κόσμο του κλασικού χορού ότι «ομάδα που μπορεί να αποδώσει σωστά τον «Δον Κιχώτη» είναι ικανή να χορέψει τα πάντα». Η νέα αυτή παραγωγή συνάδει με το πνεύμα εξωστρέφειας και νεωτερικότητας που διακατέχει τα τελευταία χρόνια την Εθνική Λυρική Σκηνή καθώς, πέραν της επιλογής του διεθνώς αναγνωρισμένου χορευτή και χορογράφου Τιάγκο Μπορντίν και του αρχιμουσικού Στάθη Σούλη, ο σημαντικός πολιτιστικός οργανισμός έχει επίσης αναθέσει τη δημιουργία των σκηνικών στον διακεκριμένο σκηνογράφο Γιώργο Σουγλίδη και των κοστουμιών στη διεθνώς καταξιωμένη ελληνίδα σχεδιάστρια μόδας Μαίρη Κατράντζου.

Μαίρη Κατράντζου

Καθισμένη στα πράσινα τραπεζοκαθίσματα του ΚΠΙΣΝ η Μαίρη Κατράντζου, ντυμένη πάντα στα μαύρα, απολαμβάνει το σόου με τους υδάτινους πίδακες του καναλιού. Η διάσημη ελληνίδα σχεδιάστρια έχει στο παρελθόν συνεργαστεί με σημαντικούς πολιτιστικούς οργανισμούς, όπως το Μπαλέτο της πόλης της Νέας Υόρκης ή με την Οπερα του Παρισιού για παραστάσεις σύγχρονου χορού, όμως πρώτη φορά κλήθηκε να δημιουργήσει κοστούμια για ένα τόσο κλασικό έργο. «Η πρόκληση σε μια τέτοια συνθήκη έγκειται ουσιαστικά στο να δεις τι έχει γίνει στο παρελθόν σε ένα έργο τόσο γνωστό και αγαπητό όσο ο «Δον Κιχώτης» – που έχει ανέβει άπειρες φορές – και να το περάσεις από το δικό σου φίλτρο, να εντοπίσεις την ουσία του, να το εκσυγχρονίσεις. Αυτή τη διαδικασία δεν την είχα ξανακάνει. Στις προηγούμενες τέτοιες συνεργασίες μου είχα τη δυνατότητα να αφήσω τη φαντασία μου να καλπάσει, είχα μπροστά μου λευκό καμβά. Τώρα έπρεπε να αντλήσω έμπνευση από τη σκηνογραφία, γνωρίζοντας παράλληλα ότι ήθελα να απομακρυνθώ από την κλασική, στερεοτυπική εικόνα του «Δον Κιχώτη». Υπάρχει και στις τρεις πράξεις πολύς κόσμος επάνω στη σκηνή και ένιωσα πως ένας βασικός στόχος θα ήταν να επιτευχθεί μια χρωματική αρμονία. Προφανώς υπάρχουν αναφορές στην ισπανική κουλτούρα και στην εποχή που διαδραματίζεται το έργο, αλλά η προσέγγιση είναι πιο λιτή και αφαιρετική, παρ’ όλο που τα χρώματα είναι έντονα».

Της είναι εύκολο να σχεδιάζει ρούχα που όχι απλώς θα πρέπει να διευκολύνουν τους χορευτές στην κίνησή τους αλλά θα πρέπει να τους βοηθούν να αναδείξουν τη χορογραφία; «Αυτό ακριβώς είναι το δύσκολο, δεν έχεις να κάνεις μόνο με την άνεση του χορευτή αλλά με την ανάδειξη της κίνησής του. Ολα αυτά τα καταλαβαίνεις μόνο όταν κάνεις πρόβες και προκύπτουν πάντοτε αλλαγές, είτε μικρότερες είτε μεγαλύτερες. Γίνεται ένας διάλογος που δεν μπορείς να τον έχεις στην αρχή, πάντα χρειάζεται διαρκής συζήτηση με τον χορογράφο, είναι πολλές οι παράμετροι και δεν μπορείς να τις γνωρίζεις όλες εξαρχής. Είναι δηλαδή πολύ διαφορετική αυτή η διαδικασία σε σχέση με τη δημιουργία μιας συλλογής μόδας όπου το μόνο που σκέφτεσαι είναι ότι αυτή που φοράει το ρούχο πρέπει να περπατήσει, να καθίσει, να κουνήσει τα χέρια της. Δεν είναι μόνο η ελευθερία των κινήσεων αλλά και η αυτοπεποίθηση που δίνεις στον χορευτή. Ολα αυτά δουλεύονται μέχρι την πρεμιέρα».

Της έχει συμβεί μέχρι τώρα να χρησιμοποιήσει μια ιδέα που προέκυψε στο πλαίσιο προετοιμασίας μιας παράστασης στη δουλειά της στη μόδα; «Τις προηγούμενες φορές συνέβη το αντίθετο. Πήραμε στοιχεία από κομμάτια που είχαν ήδη δημιουργηθεί στο πλαίσιο συλλογών και τα προσαρμόσαμε στη συνθήκη της εκάστοτε παράστασης. Τώρα που στην πλειονότητά τους τα κοστούμια έχουν φτιαχτεί εντελώς από την αρχή, θα μπορούσε ίσως να γίνει κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν ξέρεις!». Οσον αφορά το περιεχόμενο του έργου, η Μαίρη Κατράντζου έχει βρει στοιχεία που την αγγίζουν πολύ. «Ο «Δον Κιχώτης» είναι σπουδαίο μυθιστόρημα – δεν είναι τυχαίο πως διδάσκεται και στα σχολεία. Με ενδιαφέρει πολύ ο ρομαντισμός του ήρωα, μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ αν είναι επίκαιρη μια τέτοια φιλοσοφία στην εποχή μας και νομίζω ότι είναι εξαιρετικά επίκαιρη. Υπάρχει μια στροφή της νέας γενιάς στον ιδεαλισμό. Αν συγκρίνεις το πού βρισκόταν η δημόσια συζήτηση για κάποια θέματα πριν από δέκα χρόνια και πού βρίσκεται σήμερα βλέπεις ότι η εξέλιξη είναι ραγδαία. Πράγματα που φαίνονταν ουτοπικά και ανεδαφικά, σήμερα πια δεν αφήνουν την ίδια εντύπωση. Είναι σημαντικό να βλέπουμε έργα με τόσο διαχρονικές ιδέες. Ο «Δον Κιχώτης» το έχει αυτό».

Πριν από λίγους μήνες, με αφορμή την επέτειο των 30 ετών από την ίδρυση του Συλλόγου Φίλων Παιδιών με καρκίνο Ελπίδα, η fashion designer που έχει ντύσει αμέτρητες σταρ – από την αντισυμβατική Lizzo έως τη λαμπερή Κέιτ Μπλάνσετ – παρουσίασε μια εξαιρετική επίδειξη μόδας στον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο (μετά από πρόσκληση της Μαριάννας Β. Βαρδινογιάννη), η οποία έλαβε διθυραμβικές κριτικές από όλα τα έγκριτα ξένα μέσα. Πώς νιώθει όταν επιστρέφει στην πατρίδα της για τέτοιες δουλειές; «Νιώθω περήφανη που μου δίνεται η δυνατότητα να κάνω πράγματα στη χώρα μου, νομίζω ότι έτσι νιώθει όποιος Ελληνας δραστηριοποιείται εκτός των συνόρων της πατρίδας του. Σε λίγο καιρό θα βρίσκομαι στο εξωτερικό όσα χρόνια έζησα και στην Ελλάδα, και αυτό με φοβίζει λίγο σαν σκέψη. Σκέπτομαι όμως μετά πόσο συνδεδεμένη αισθάνομαι ακόμη με την ελληνική κουλτούρα, με την ιστορία, με τη φυσική ομορφιά της χώρας. Είναι ωραίο να μην υπάρχει μόνο το συναίσθημα της νοσταλγίας αλλά και ένας ζωντανός δεσμός που εξελίσσεται, ειδικά όταν αυτά που κάνεις έχουν έναν διεθνή αντίκτυπο και ο κόσμος θέλει να τα αγκαλιάσει γιατί γίνονται με ειλικρίνεια, με αλήθεια. Νομίζω πως η πειθαρχία που μαθαίνεις στο εξωτερικό με το συναισθηματικό βάθος που δίνουν οι Ελληνες σε ό,τι κάνουν είναι ο καλύτερος συνδυασμός, η καλύτερη εγγύηση επιτυχίας. Αισθάνθηκα ότι το σόου στο Σούνιο δεν θα μπορούσε στ’ αλήθεια να είχε πραγματοποιηθεί κάπου αλλού – και όχι μόνο λόγω της μοναδικότητας της τοποθεσίας. Οι Ελληνες δεν αντέχουν να θεωρήσουν ότι εκτέθηκαν και βρίσκουν λύσεις σε κάθε εμπόδιο. Το ελληνικό φιλότιμο, που λέμε, είναι πολύ σημαντικό, στο εξωτερικό μπορεί ενίοτε να υπάρχει και απάθεια. Εδώ βλέπεις ότι ο άλλος θα βάλει την ψυχή του, θα δώσει τα πάντα σε αυτό που προσπαθείτε να φέρετε εις πέρας».

Χορός και μόδα έχουν έρθει αρκετές φορές κοντά. Υπάρχει κάποια τέτοια συνεργασία που να τη θεωρεί ξεχωριστή η Μαίρη Κατράντζου; «Μου αρέσει πάρα πολύ όταν σε μια συνεύρεση καλλιτεχνική υπάρχει ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Οταν αίρονται οι διαχωρισμοί μεταξύ των διαφόρων κλάδων τότε συχνά έχουμε καινοτομία στο αποτέλεσμα. Θα πάω αρκετά πίσω, αλλά χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι αυτό που είχε κάνει η Ελσα Σκιαπαρέλι με τον Νταλί, ήταν κάτι επαναστατικό για την εποχή του που άφησε ισχυρό αποτύπωμα στον χρόνο που έχει περάσει. Το ίδιο συνέβη και όταν συνεργάστηκε η Ρέι Καβακούμπο με τον Μερς Κάνινγκχαμ τη δεκαετία του ’90. Ως σχεδιαστής θέλεις να βγαίνεις από τη δική σου ρουτίνα και να αγγίζεις μια θεματολογία που σου δίνει την ευκαιρία να δώσεις περισσότερη θεατρικότητα στις δημιουργίες σου – αν και η αλήθεια είναι πως εμένα δεν μου λείπει συνήθως η θεατρικότητα». Τη ρωτούμε ποια μεγάλη προσωπικότητα του μπαλέτου ή του λυρικού θεάτρου θα ήθελε να είχε ντύσει και απαντά αμέσως. «Τη Μαρία Κάλλας. Τη διέκρινε μια τέλεια ισορροπία ανάμεσα στον δυναμισμό και την ευθραυστότητα. Ποιος δεν θα ήθελε να έχει ντύσει την Κάλλας; Μέσω της φωνής της εξωτερίκευε την ψυχή της. Ακόμη και σήμερα είναι συγκινητική η περίπτωσή της. Απίστευτη γυναίκα».

Η γυναίκα που έχει χτίσει ένα ισχυρό brand στον χώρο της μόδας έλεγε πρόσφατα σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «The Guardian» πόσο της άρεσε ένα ταξίδι που έκανε στην Ινδία για τις ανάγκες της τελευταίας της συλλογής. Ρωτώντας τη σχετικά μας είπε: «Με εντυπωσίασαν πολύ ο πλούτος και η ιστορία της μαστοριάς τους. Μπορεί να σε εμπνεύσει φοβερά το πόσο ανοιχτοί είναι αυτοί οι εξαιρετικοί τεχνίτες στο να πάρουν νέες ιδέες και να μοιραστούν το ταλέντο τους. Τέτοιες δεξιότητες πρέπει να προστατεύονται και να βρίσκουν στήριξη. Νιώθεις υπεύθυνος εσύ ο ίδιος να αναδείξεις αυτά που σε άλλες χώρες έχουν με τα χρόνια ατονήσει». Τη ρωτούμε πώς της φαίνονται οι διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα τη μόδα. Πρόσφατα έγινε διαθέσιμο στο Netflix το «Next in Fashion», ένας διαγωνισμός με παρουσιάστρια την Αλέξα Τσανγκ. «Τα παρακολουθώ με ενδιαφέρον όλα αυτά. Πάντα κερδίζεις κάτι, σε όποιον χώρο και αν είσαι, όταν βλέπεις μια άλλη οπτική στη δουλειά που κάνεις κι εσύ. Σε αυτή την εκπομπή, ας πούμε, είχαν μια φοβερή διαγωνιζόμενη από την Κορέα, τη βλέπεις και έχεις πρόσβαση σε μια καθημερινότητα που εξελίσσεται παράλληλα με τη δική σου αλλά την αγνοείς. Υπάρχει τόσο ταλέντο να ανακαλύψεις. Ο καθένας μπορεί να βρει τη δική του πλατφόρμα και να τη διαμορφώσει με τις δικές του προσλαμβάνουσες, διευρύνοντας συνεχώς τις επιρροές και τους ορίζοντές του. Εγώ δεν θα ήμουν η Μαίρη Κατράντζου αν δεν είχα γεννηθεί στην Ελλάδα, ούτε όμως θα ήμουν η Μαίρη Κατράντζου αν δεν είχα σπουδάσει στην Αγγλία».

Πώς όμως εμπνέεται η ίδια για μια κολεξιόν της; «Συνήθως οι δικές μου συλλογές έχουν ως αφετηρία μια συγκεκριμένη θεματολογία. Εχω αποβάλει πια το άγχος που είχα παλαιότερα ότι ίσως στερέψω από ιδέες. Μου φαίνεται πιο σημαντικό το πώς θα εξελιχθεί μια καλή ιδέα, πώς θα φιλτραριστεί, πώς θα οργανωθεί η εκτέλεσή της και είμαι πιο ανοιχτή στις πηγές της έμπνευσης. Μπορώ πια να εμπνευστώ από οτιδήποτε: από μια συζήτηση, από ένα τραγούδι που ακούμε εδώ. Ξέρω ότι τα στοιχεία που είναι πιο απαραίτητα είναι η διεισδυτικότητα και η επιμονή». Από όλες τις πρόσφατες τάσεις του κλάδου της ποια θεωρεί πιο σημαντική; «Το να σχεδιάζουμε υπεύθυνα, με γνώμονα την ηθική. Ο καταναλωτής δεν αγοράζει πια ένα προϊόν αλλά τις αξίες που πρεσβεύει ένα brand με το οποίο νιώθει πιο κοντά, με το οποίο έχει χτίσει μια συναισθηματική σύνδεση. Νομίζω πως υπάρχει μια επιστροφή στις βάσεις της δημιουργίας, οι σχεδιαστές νιώθουν πιο ελεύθεροι να σκέφτονται πιο βαθιά και ουσιαστικά».

Τιάγκο Μπορντίν

Ο διακεκριμένος γερμανοβραζιλιάνος χορευτής και χορογράφος Τιάγκο Μπορντίν, συνεργάτης τα τελευταία χρόνια του φημισμένου Nederlands Dans Theatre, δεν έχει αμφιβολίες για τη σημασία του «Δον Κιχώτη» στην παγκόσμια χορευτική σκηνή. «Σε κάθε γκαλά μπαλέτου που γίνεται στον κόσμο πάντοτε θα υπάρχει θέση για το pas de deux από την τρίτη πράξη του «Δον Κιχώτη» προκειμένου να τιμηθούν η βιρτουοζιτέ, η χάρη και η υψηλή τεχνική του κλασικού χορού. Ο Πετιπά δημιούργησε μια τόσο ισχυρή γλώσσα με τη χορογραφία του που απαιτεί πολλά από τους χορευτές και παίζει από τότε που δημιουργήθηκε πολύ σημαντικό ρόλο σε κάθε χορευτική εκπαίδευση και καριέρα. Θα πρέπει βεβαίως να αναφέρω πως η συνεργασία του με τον συνθέτη Λούντβιχ Μίνκους αποτελεί ένα αξιοσημείωτο καλλιτεχνικό συνταίριασμα που θα μείνει αθάνατο μέσα από πολλά κλασικά έργα. Πιστεύω ότι ο «Δον Κιχώτης» θεωρείται τόσο κλασικό έργο και δεν λείπει από το ρεπερτόριο καμιάς αξιόλογης ομάδας χορού χάρη στην απαιτητική του χορογραφία που ζητάει πάρα πολλά από τους χορευτές και ανεβάζει τον πήχη φανερώνοντας το επίπεδό τους και κατ’ επέκταση το επίπεδο του οργανισμού στον οποίον ανήκουν».

Κατά πόσο ωστόσο είχε ο ίδιος την ελευθερία να κάνει παρεμβάσεις στην τόσο κλασική αυτή χορογραφία; «Μου ζητήθηκε από τον διευθυντή του μπαλέτου της ΕΛΣ να κρατήσω το κλασικό στυλ και το μεγαλύτερο μέρος της αυθεντικής εκδοχής του Πετιπά, επομένως ο εκσυγχρονισμός επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της σκηνογραφίας και των κοστουμιών. Προσπάθησα να εντάξω και τη δική μου χορογραφική ματιά σε κάποια από τα βήματα, πάντα με σεβασμό στην πρώτη ύλη. Αν είχα τη δυνατότητα να φτιάξω μια εντελώς σύγχρονη εκδοχή του έργου θα ξεκινούσα την παράσταση με τον Δον Κιχώτη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου περιτριγυρισμένο από γιατρούς και νοσηλευτές, διότι πολλές ψυχιατρικές μελέτες που έχουν γίνει έχουν διαγνώσει στον λογοτεχνικό χαρακτήρα συμπτώματα ψύχωσης ή διαταραχές όπως η παράνοια. Σε αυτό το ανέβασμα έχουμε επιλέξει μια πιο ανάλαφρη εκδοχή και αφηγούμαστε ένα μέρος του μυθιστορήματος του Θερβάντες όπου ο Δον Κιχώτης σε μία από τις περιπέτειές του προστατεύει την Κίτρι και τον αγαπημένο της Μπαζίλιο από έναν προκανονισμένο γάμο με τον ευγενικής καταγωγής και πλούσιο, όμως ανόητο Γκαμάς».

Η ματιά ενός εξωτερικού παρατηρητή είναι πάντα χρήσιμη. Πώς νιώθει ο Μπορντίν για τη συνεργασία του με την ΕΛΣ; «Είναι η πρώτη φορά που μου προτείνεται να προσεγγίσω ένα κλασικό μπαλέτο και έχει αποτελέσει μεγάλη πρόκληση για εμένα το να βάλω τη δική μου νότα χωρίς να αλλάξω το κλασικό κομμάτι, ωστόσο οι χορευτές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δουλεύουν πολύ σκληρά μαζί μου προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο διάλογος. Από την πρώτη μέρα που έφτασα εδώ κατάλαβα πόσο διψασμένοι ήταν οι ερμηνευτές για μια τέτοια υπέρβαση, και αυτό μου έδωσε τη δύναμη να ανταποκριθώ με όλο μου το είναι σε αυτή την περιπέτεια και να μοιραστώ μαζί τους την αγάπη και το πάθος μου για την τέχνη μου».

Βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα και το μπαλέτο δεν έχει χάσει ούτε στο ελάχιστο τη δημοτικότητά του. Γιατί; Σύμφωνα με τον ταλαντούχο καλλιτέχνη «η εκπαίδευση στον κλασικό χορό παραμένει ακόμη μία από τις πιο απαιτητικές διαδικασίες στον κόσμο σήμερα έχοντας υψηλές σωματικές και συναισθηματικές απαιτήσεις από τους χορευτές, αλλά και επιβάλλοντας μεγάλη πειθαρχία. Ο χορός μπορεί να εκφράσει πράγματα με τρόπο που καμιά άλλη τέχνη δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει, ενώνει ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, κουλτούρες και πεποιθήσεις δημιουργώντας ένα μοναδικό δημιουργικό περιβάλλον, ένα καταφύγιο για το ευαίσθητο κομμάτι της κοινωνίας και για αυτό πιστεύω πως θα παραμείνει δημοφιλής εις τους αιώνας των αιώνων».

Κωνσταντίνος Ρήγος

Για τον Κωνσταντίνο Ρήγο, διευθυντή του μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, «η αρχική ιδέα ήταν να υπάρχει αυτό το έργο στο ρεπερτόριό μας, να κάνουμε ένα ανέβασμα συγγενές με το κλασικό, χωρίς όμως τα τετριμμένα στοιχεία με τα οποία προσεγγίζεται συνήθως η αισθητική του. Ο «Δον Κιχώτης» είναι ένα πολύ ωραίο μπαλέτο, χαρούμενο, γιορτινό, ένα έργο-πρόκληση για το χορευτικό σύνολο διότι οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι είναι ρόλοι υψηλού επιπέδου με πολλές τεχνικές και ερμηνευτικές απαιτήσεις. Πιστεύω ότι ταιριάζει στην ομάδα μας γιατί έχουμε χορευτές με ταμπεραμέντο που μπορούν να αναδείξουν το μεσογειακό στοιχείο. Επειδή θα ήθελα ωστόσο ως διευθυντής να υπάρχει πάντα μια νέα πρόταση στις παραγωγές μας, δεν ήθελα δηλαδή να πραγματοποιηθεί μια απλή αναβίωση του έργου, αποφάσισα να καλέσω δύο πολύ σημαντικούς ανθρώπους της εικόνας, τη σχεδιάστρια μόδας Μαίρη Κατράντζου και τον σκηνογράφο Γιώργο Σουγλίδη, για να αλλάξουν την ατμόσφαιρα. Χάρη στη συμβολή τους είναι σαν να βλέπουμε την ιστορία μέσα στο μυαλό του Δον Κιχώτη, στην ονειροφαντασίωσή του δεν υπάρχει χώρος για ρεαλισμό. Η Μαίρη ειδικά αναμόρφωσε τελείως την εικόνα του έργου με παραπομπές στην ισπανική κουλτούρα αλλά με εντελώς άλλη χρωματική παλέτα από αυτήν που έχουμε συνηθίσει, έχει δε κάνει κάτι πολύ πρωτότυπο, το οποίο ίσως να γίνεται πρώτη φορά στο μπαλέτο: γύρισε την τουτού ανάποδα και ουσιαστικά βλέπουμε τη βάση της, και αυτό δημιουργεί μια πολύ εντυπωσιακή αίσθηση. Πολύ ενδιαφέρουσα καινοτομία αυτή. Οι άνθρωποι της μόδας βλέπουν με ξεχωριστό τρόπο τον χορό, έτσι είχε γίνει και με τους Deux Hommes στη δική μου παράσταση σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Είναι πολύ αναζωογονητικές αυτές οι συνεργασίες, ιδίως όταν πρόκειται για τόσο κλασικά έργα».

Η εμπλοκή της Κατράντζου και του Σουγλίδη, αλλά και η συνεργασία με τον Μπορντίν (τα διεθνή media ήδη έχουν δείξει μεγάλο ενδιαφέρον) μοιάζουν να προμηνύουν μια διαδρομή για τον «Δον Κιχώτη» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και εκτός των ελληνικών συνόρων. Υπάρχει αυτός ο στόχος; «Αν όλα πάνε κατ’ ευχήν, τότε πιστεύω ότι αυτός θα είναι ένας καινούργιος «Δον Κιχώτης» που δεν έχει ξαναπαρουσιαστεί με αυτόν τον τρόπο, χωρίς ωστόσο να έχει πειραχτεί καθόλου αυτό που αρέσει στους ανθρώπους που βλέπουν κλασικό μπαλέτο. Τότε ίσως να μπορέσουμε να συζητήσουμε για ένα τέτοιο άνοιγμα. Το μεγάλο στοίχημα είναι να ταιριάζει η παραγωγή στην εποχή μας, να αφορά το νεαρότερο κοινό. Το Μπαλέτο της ΕΛΣ δεν είναι μια απολύτως κλασική ομάδα. Εχουμε ιδιαιτερότητες και πρέπει να τις αξιοποιήσουμε, κάποιοι θα μπορούσαν ακόμη και να πουν ότι έχουμε ελαττώματα. Αυτά τα ελαττώματα πρέπει να τα κάνουμε προτερήματα».

INFO
«Δον Κιχώτης»: Εθνική Λυρική Σκηνή, Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, ΚΠΙΣΝ, 20, 21, 26 και 29 Μαρτίου, 5 και 26 Απριλίου, και 16 Μαΐου.

ΒΗΜΑGAZINO ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΒΗΜΑ

Γράψτε το σχόλιο σας