Με το «9:05» ο Οδυσσέας Ιωάνου, και μαζί του οι μουσικοί και φυσικά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, μετέφεραν στη σκηνή με τον καλύτερο τρόπο, αυτό που έχουμε μέσα μας τα τελευταία χρόνια. Αυτή την ανάγκη μας να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα, την αίσθηση της αποτυχίας, τον φόβο ότι κάτι δεν κάναμε σωστά αλλά και την αμηχανία για το πώς θα αλλάξουμε τα πράγματα.

«Να γίνουμε εμείς η αλλαγή» έλεγε ο Οδυσσέας πριν τέσσερα χρόνια. Και κάποιοι γίναμε και σταματήσαμε να περιμένουμε το θαύμα. Προσπαθήσαμε να γίνουμε το θαύμα. Αλλά δεν τα καταφέραμε σε όλες τις περιπτώσεις.

Με την «Κοινή ησυχία» οι ίδιοι συντελεστές –με την σημαντική προσθήκη της Ελένης Ράντου- έρχονται να δώσουν συνέχεια στη σκέψη μας. Να δώσουν μια διέξοδο στο τεντωμένο σκοινί στο οποίο ακροβατούμε.

Θα μπορούσε πολύ εύκολα η παράσταση να είναι ένας ύμνος στο όνειρο. Έχει γράψει ο Οδυσσέα εξαιρετικά τραγούδια για αυτό και ο Βασίλης από την μεριά του ξεκινώντας από το «Πόρτο Ρίκο» και τον αξέχαστο στίχο «Αξίζει φίλε να υπάρχεις για να όνειρο» (του Άλκη Αλκαίου) το έχει τραγουδήσει όσο κανείς.

Αλλά ο Οδυσσέας δεν είναι για τα εύκολα. «Αν η πραγματικότητα έχει το μισό δίκιο, το όνειρο έχει το άλλο μισό» λέει ο ίδιος στην παράσταση. Αλλά το όνειρο ο καθένας πρέπει να το βρει μόνος του. Πρέπει να το ψάξει μέσα του. Να βρει τον τρόπο να κοιτάξει ψηλά, να βρει τα πατήματα που θα τον κάνουν να αντέχει, να ελπίζει, να προσπαθεί.

Η μεγάλη διαφορά της «Κοινής ησυχίας με το «9:05» είναι η ύπαρξη δύο ηθοποιών συνεχώς στη σκηνή. Η Σοφία Πανάγου και ο Μιχάλης Τιτόπουλος καλούνται να κάνουν εικόνα τους στίχους που τραγουδάει ο Βασίλης. Και εκείνος για πρώτη φορά στην καριέρα του πρέπει να περιμένει την εξέλιξη της θεατρικής πράξης. Να σταματάει και να παίρνει μια ανάσα εκεί που άλλοτε θα ανέβαζε την ένταση και θα ξεσήκωνε το κοινό.

Οι δύο ηθοποιοί με την καθοδήγηση της Ελένης Ράντου μας δίνουν κάτι παραπάνω από ένα βίντεο κλιπ. Γιατί πολύ γρήγορα καταφέρνουν –και αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία τους- να τραβήξουν το βλέμμα από τον Βασίλη και να πρωταγωνιστήσουν.

Η σκηνή του θεάτρου Διανά είναι διφορούμενη. Οι ήρωες της ιστορίας δεν παίζουν απλώς πάνω στα τραγούδια του Βασίλη, ούτε και εκείνος απλώς τραγουδάει πάνω στη ζωή τους. Όλα γίνονται παράλληλα και ισάξια. Όπως ακριβώς και στην πραγματικότητα. Όλα εξελίσσονται με κοινό παρονομαστή τον Οδυσσέα και τα κείμενα του. Τις παρεμβολές τους μέσα στην υπόθεση, την προσπάθεια του σαν από μηχανής θεός να δώσει την λύση που επιθυμεί άλλοτε η Σοφία και άλλοτε ο Μιχάλης. Αλλά στην πραγματικότητα η ζωή θα δώσει τις λύσεις.

Όπως ακριβώς γίνεται και στην πολύ έξυπνη διακοπή ρεύματος που οδηγεί τον Βασίλη στο επίπεδο των θεατών, χωρίς ηλεκτρικά όργανα, με το πιάνο του Αποστόλου να ερμηνεύει σπαρακτικά την «Μικρή Πατρίδα» και λίγα λεπτά αφού έχει προστεθεί η φυσαρμόνικα του Ιωάννου στην παρέα να μας χαρίζει εξαιρετικά το «Την πόρτα ανοίγω». Και εκεί η ζωή δίνει τη λύση, όλοι γινόμαστε ένα και με οδηγό πάντα τη μουσική δίνουμε στη ζωή μας ένα σπρώξιμο για να πάει παρακάτω.

Η παράσταση ξεκινάει ανάποδα. Σαν ένα βιβλίο με φωτογραφίες που αποφάσισες να δεις από το τέλος. Αλλά δεν έχει καμία σημασία η αρχή ή το τέλος. Η αρχή της ιστορίας της Σοφίας και του Μιχάλη είναι το τέλος μιας άλλης ιστορίας. Και το δικό τους τέλος με την «Όμορφή πόλη» είναι η αρχή για μια νέα συνάντηση.

Αυτό που τις ενώνει είναι το όνειρο. Το δικό τους και το δικό μας. Το όνειρο που χάνεται στην πορεία και που προσπαθείς να ξαναβρείς κοιτώντας ψηλά. Το όνειρο που δεν πρέπει να εγκαταλείψεις ακόμα και όταν η πραγματικότητα μοιάζει ζοφερή και αβάσταχτη. Γιατί όπως λέει ο Οδυσσέας, όταν εσύ μαθαίνεις σε ένα παιδί να κολυμπάει με ανοιχτά τα χέρια, ξέρεις ότι στην ίδια θάλασσα κάποιο άλλο παιδί μπορεί να πνίγεται γιατί δεν ήταν το ίδιο τυχερό. Εσύ όμως είσαι εκεί, και αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να μάθεις το δικό σου παιδί να κολυμπάει. Γνωρίζοντας ότι έχεις κάνει ότι καλύτερο μπορείς για να αλλάξεις τον κόσμο και να μην πνίγονται τα παιδιά προσπαθώντας να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο. Το ζευγάρι της «Κοινής ησυχίας» δεν είναι ένας μικρόκοσμος, είναι ο κόσμος όλος, λέει ο Οδυσσέας. Και αυτό αρκεί για να καταλάβεις όλα τα υπόλοιπα.

Γράψτε το σχόλιο σας