• εκ

Σύνταξη: ονοματικές φράσεις σε γενική.

Κύριες σημασίες: αιτία, τρόπος, χρόνος, τόπος προελεύσεως, μέρος συνόλου.

Παραδείγματα: «Αυτό το γνωρίζω εκ πείρας», «Το δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο για φόνο εξ αμελείας», «Ασκεί κριτική εκ του ασφαλούς», «Μου είπε ότι δεν τον γνωρίζει ούτε εξ όψεως», «Είναι εύκολο, φίλε μου, να κρίνει κανείς εκ των υστέρων», «Ήταν τυφλός εκ γενετής», «Το 18ο και το 19ο αιώνα οι έμποροι εξ Ιωαννίνων δημιούργησαν γνωστούς εμπορικούς οίκους και τυπογραφεία στο εξωτερικό», «Ουδείς εξ αυτών ευθύνεται για τη ζημιά που έγινε».

Στερεότυπες εκφράσεις: εκ βαθέων, εκ βάθρων, εκ γενετής, εκ δεξιών, εκ διαμέτρου, εκ μέρους, εκ νέου, εκ παραδρομής, εκ πείρας, εκ πεποιθήσεως, εκ περιτροπής, εκ προθέσεως, εκ πρώτης όψεως, εκ του ασφαλούς, εκ του μηδενός, εκ του προχείρου, εκ του σύνεγγυς, εκ τούτου, εκ των ενόντων, εκ των προτέρων, εκ των υστέρων, εκ των ων ουκ άνευ, εκ φύσεως, εξ αδιαιρέτου, εξ ακοής, εξ αμελείας, εξ άπαντος, εξ αποστάσεως, εξ απροόπτου, εξ αριστερών, εξ αρχής, εξ ευωνύμων, εξ ολοκλήρου, εξ ορισμού, εξ όψεως.

  • εκτός

Σύνταξη: ονοματικές φράσεις σε γενική, ορισμένες αντωνυμίες.

Κύριες σημασίες: εξαίρεση, τόπος.

Παραδείγματα: «Ήρθαν όλοι εκτός του Δημήτρη», «Εκτός της μελέτης των μαθημάτων μου έχω κι άλλες υποχρεώσεις», «Θα συναντηθούμε αύριο εκτός απροόπτου», «Η Αστυνομία είναι πεπεισμένη ότι βρίσκεται εκτός συνόρων», «Όλοι γνωρίζουν πως ζει πλέον εκτός Ελλάδας», «Μου δίνεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι εκτός τόπου και χρόνου», «Με τη συμπεριφορά σου με έφερες εκτός εαυτού».

Στερεότυπες εκφράσεις: εκτός απροόπτου, εκτός αυτού, εκτός εαυτού, εκτός κινδύνου, εκτός νόμου, εκτός συναγωνισμού, εκτός τόπου και χρόνου, εκτός των άλλων.

  • εν

Σύνταξη: λέξεις της Αρχαίας Ελληνικής σε δοτική.

Κύριες σημασίες: τρόπος, στάση ή παραμονή σε χώρο, χρόνος.

Παραδείγματα: «Έμαθα μόλις τώρα ότι συσκέφθηκαν εν κρυπτώ και παραβύστω», «Μου ζήτησε να υπογράψω εν λευκώ», «Τον συνέλαβαν εν ονόματι του νόμου», «Μου εξήγησε πώς ήταν η ζωή εν Αθήναις στις αρχές του 20ού αιώνα», «Εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού», «Το ζήτημα θα λυθεί εν ευθέτω χρόνω».

Στερεότυπες εκφράσεις: εν αγνοία, εν Αθήναις, εν ανάγκη, εν γνώσει, εν είδει, εν ενεργεία, εν ευθέτω χρόνω, εν καιρώ, εν κρυπτώ και παραβύστω, εν λευκώ, εν λόγω, εν μέρει, εν ολίγοις, εν ονόματι, εν όψει, εν πάση περιπτώσει, εν περιλήψει, εν πολλοίς, εν προκειμένω, εν πρώτοις, εν πτήσει, εν ριπή οφθαλμού, εν συγκρίσει, εν συνεχεία, εν συνόλω, εν συντομία, εν σχέσει, εν τω μεταξύ, εν χρήσει, εν ψυχρώ.

  • ένεκα

Σύνταξη: ονοματικές φράσεις σε γενική.

Κύρια σημασία: αιτία.

Παραδείγματα: «Αθωώθηκε ένεκα αμφιβολιών», «Το αίτημά μου δεν εξετάστηκε ένεκα απουσίας των υπευθύνων», «Η κυκλοφορία των οχημάτων στην εθνική οδό σταμάτησε ένεκα της σφοδρής χιονόπτωσης», «Σας ζητώ να πάρετε πρώτος το λόγο τιμής ένεκεν».

Στερεότυπες εκφράσεις: τιμής ένεκεν.

*Το ένεκεν χρησιμοποιείται όταν η υπό εξέταση πρόθεση ακολουθεί την ονοματική φράση.

Προθέσεις, συστατικό στοιχείο της γλώσσας μας (Μέρος Α’)

Προθέσεις, συστατικό στοιχείο της γλώσσας μας (Μέρος Β’)

Προθέσεις, συστατικό στοιχείο της γλώσσας μας (Μέρος Γ’)

Προθέσεις, συστατικό στοιχείο της γλώσσας μας (Μέρος Δ’)

Προθέσεις, συστατικό στοιχείο της γλώσσας μας (Μέρος Ε’)

Προθέσεις, συστατικό στοιχείο της γλώσσας μας (Μέρος ΣΤ’)

Προθέσεις, συστατικό στοιχείο της γλώσσας μας (Μέρος Ζ’)

Προθέσεις, συστατικό στοιχείο της γλώσσας μας (Μέρος Η’)

Γράψτε το σχόλιο σας