Kάθε χρόνο στις 12 Δεκεμβρίου η Ιταλία με συγκίνηση αναπολεί κι αναθεματίζει ένα από τα τραγικότερα γεγονότα, το οποίο, σύμφωνα με τα σημερινά αφιερώματα στον Τύπο, θεωρείται πως σημάδεψε ανεξίτηλα τη μεταπολεμική της ιστορία στον αιώνα που πέρασε, και το οποίο στις σημερινές συνθήκες αναβίωσης της τρομοκρατίας και της ανόδου της ακροδεξιάς αποκτά συμπληρωματικό συμβολικό χαρακτήρα.

Η πολυαίμακτη έκρηξη της 12ης Δεκεμβρίου 1969, στις 16:37 στην Αγροτική Τράπεζα της Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου, που στοίχισε τη ζωή σε 17 ανθρώπους, ακόμη δεν έχει δικαιώσει τα θύματά της. Τα θύματα κι η κοινή γνώμη της Ιταλίας ακόμη δεν έχουν δει να τιμωρούνται οι δράστες της ειδεχθούς αυτής επίθεσης, μολονότι είναι πλέον ηλίου φαεινότερο από ποιον (νεοφασιστικό) χώρο προέρχονταν οι εκτελεστές της και πως οργανώθηκε και από ποιους ηθικούς αυτουργούς.

Το κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η βομβιστική επίθεση της 12ης Δεκεμβρίου 1969.

Ακόμη δεν έχουν δικαιωθεί τα θύματά της

Σύμφωνα με τους ιστορικούς και τον Τύπο, αυτή η βομβιστική επίθεση «ήταν η απαρχή της «πολιτικής της έντασης» οικοδομημένη πάνω στις βόμβες, στις επιθέσεις σε τραίνα και σε συνδικαλιστικές συνεδριάσεις.

Το επεισόδιο της Πιάτσα Φοντάνα, και ό,τι επακολούθησε—ιδίως με την «αυτοκτόνηση» του «υπόπτου» αναρχοσυνδικαλιστή Τζουζέπε Πινέλι μέσα στο αστυνομικό τμήμα, ένα επεισόδιο που ενέπνευσε τον μεγάλο θεατράνθρωπο Ντάριο Φο να γράψει το μεγαλειώδες «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού»– αποτελεί ένα δείγμα πως διαχειρίστηκε το τότε ιταλικό καθεστώς, την ευρύτατη κινητοποίηση και τις απεργίες που από τον Σεπτέμβριο συγκλόνιζαν την Ιταλία με αιτήματα τις κλαδικές συμβάσεις και καλύτερες συνθήκες εργασίας κι ασφάλισης.

Η δολιοφθορά των κινητοποιήσεων, όπως έχουν βεβαιώσει πλέον όλες οι ενδείξεις, στήθηκε με τη συμβολή των μυστικών υπηρεσιών, και την πανταχού παρούσα στην ψυχροπολεμική εκείνη εποχή CIA (με τις διάφορες επιχειρήσεις της Gladio, που είχε απλώσει και τα παρακλάδια της και στην Ελλάδα των Συνταγματαρχών).

Η στρατηγική της έντασης είχε ως κύριο μέλημα τον εξοπλισμό των ακραίων νεοφασιστικών στοιχείων, όπως της «Νέας Τάξης» (Ordine Nuovo) του Πίνο Ράουτι και την επιμελητειακή, πολιτική, επικοινωνιακή τους συνδρομή στο να πραγματοποιούν ένοπλες προβοκάτσιες, τις οποίες ο Τύπος και η κυβέρνηση απέδιδαν στην «κόκκινη τρομοκρατία».

Η απαρχή των «Μολυβένιων Χρόνων» της τρομοκρατίας

Μέχρι κι ο τότε πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Τζουζέπε Σάραγκατ είχε επιστρατευθεί για να συκοφαντήσει τις αριστερές οργανώσεις και το πρωτοποριακό συνδικαλιστικό και φοιτητικό κίνημα της εποχής. Παράδειγμα, η περίπτωση του τυχαίου θανάτου του αστυνομικού Ανναρούμμα σε σύγκρουση δύο περιπολικών στην διάρκεια της καταστολής μίας από τις διαδηλώσεις των απεργών στις μεγάλες κινητοποιήσεις του Σεπτεμβρίου –Δεκεμβρίου 1969, που όλος ο κρατικός μηχανισμός είχε σπεύσει να την αποδώσει στο αριστερό κίνημα, εξαφανίζοντας το φιλμ γαλλικού συνεργείου τηλεόρασης που κατέγραφε το γεγονός.

Τις αμέσως επόμενες ημέρες από την έκρηξη στην Πλατεία Φοντάνα, κι έως ότου αποδειχθεί η αυτουργία των νεοφασιστών και η πιθανή συνέργεια των κρατικών υπηρεσιών, είχε ξεκινήσει ένα πραγματικό πογκρόμ και κατασκευή υπόπτων—όπως αποδεικνύει η μεγάλη περιπέτεια του επίσης αναρχικού Πιέτρο Βαλπρέντα, που παρουσιάσθηκε ως ο φυσικός αυτουργός της.

Ο σκοτεινός ρόλος που μπορεί να παίξει ένα κράτος σε καιρούς κρίσης

Τελικά, όχι μόνον η έκρηξη στην Πιάτσα Φοντάνα, αποδείχθηκε πως υπήρξε οργανωμένο σχέδιο κι εκτέλεση των νεοφασιστικών στοιχείων, αλλά επίσης και πολλές άλλες παρόμοιες ενέργειες, από τη δολοφονία αστυνομικών στο Φρίουλι κι αλλού, έως τη βομβιστική επίθεση στο σταθμό της Μπολόνια. Άλλωστε, είτε οι έρευνες, είτε τυχαία περιστατικά, τελικά επιβεβαίωσαν στο κύλισμα του χρόνου το πόσο ευσταθούσε το -επιστημονικής φαντασίας υπό άλλες συνθήκες-σενάριο για συνεργασία όλων αυτών των κύκλων, περιλαμβανομένης και της CIA: η σύλληψη το 1972 του «Νεοταξικού» Φράνκο Φρέντα κι η διαπίστωση ότι τα εκρηκτικά της έκρηξης προέρχονταν από τον κύκλο του, ή η απαγγελία κατηγοριών το 1998 από τον Μιλανέζο δικαστή Γκουΐντο Σαλβίνι κατά του Αμερικανού αξιωματικού Ντέιβιντ Κάρετ «σταθμάρχη της CIA» για στρατιωτική κατασκοπία και άμεση συμμετοχή στα γεγονότα της Πιάτσα Φοντάνα.

Η επίθεση στην Πιάτσα Φοντάνα, παρά την μεθοδευμένη αποτυχία της δικαιοσύνης να καταδικάσει τους εντοπισμένους ενόχους (Κάρλο Μαρία Μάτζι, Ντέλφο Τζόρτζι και Τζανκάρλο Ρονιόνι), συντηρεί την ανάγκη να υπάρξει κάποτε μία θαρραλέα αποτίμηση της ευθύνης που φέρει για τη δράση του εκείνην την εποχή ένας συγκεκριμένος χώρος -το νεοφασιστικο MSI- παρά την άφεση που προσπαθεί να του προσφέρει μέσω της λήθης και της συμμετοχής σε μία (πραγματική;) δημοκρατική διαδικασία ο μεταλλαγμένος πολιτικός επίγονός του, τα «Αδέλφια της Ιταλίας (FdI) και των λοιπών επιγόνων, που σήμερα συμμετέχουν (!) ως «κεντροδεξιές» αποχρώσεις στις διάφορες κυβερνήσεις (ακόμη και του Δημοκρατικού Κόμματος PD-πρώην ΚΚΙ), αλλά υπενθυμίζει επίσης και τον πιθανό σκοτεινό ρόλο που μπορεί να παίξει ένα κράτος σε καιρούς κρίσης—όπως ήταν τότε ο Ψυχρός Πόλεμος.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γράψτε το σχόλιο σας