Η γεωγραφία «καταδίκασε» Ελλάδα και Τουρκία σε γειτνίαση. Δύο χώρες με την ιδιαιτερότητα να έχουν ξεκινήσει αμφότερες τον αγώνα ανεξαρτησίας και κρατικής συγκρότησης, η μία απέναντι στην άλλη. Οι σχέσεις τους χρονολογούνται πίσω στους αιώνες και ποτέ δεν ήταν γραμμικές.

Με την πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, δημιουργήθηκε μια νέα κρίση στις ήδη τεταμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Δεδομένου ότι η συμφωνία καταπατά έντονα τα κυριαρχικά δικαιώματά της, η Ελληνική Δημοκρατία αντέδρασε. Με διπλωματικά μέσα (απέλαση Λίβυου πρέσβη) αλλά και τη διεθνοποίηση του ζητήματος (ΝΑΤΟ και ΕΕ).

Τα ερωτήματα που προκύπτουν πολλά. Θα μπορούσε να αποφευχθεί η ένταση; Ήταν εφικτό η Ελλάδα να αντιδράσει αποτρεπτικά στη συμφωνία; Γιατί η Τουρκία υπέγραψε τη συμφωνία; Ακολουθεί η Ελλάδα κατευναστική πολιτική;

Ο Γιώργος Χατζηθεοφάνους απαντά στα ερωτήματα. Μιλώντας στο in.gr, o υποστράτηγος και οικονομολόγος εξηγεί «τις πταίει;» και η Ελλάδα «τρέχει πίσω από τις εξελίξεις και δεν τις δρομολογεί».

Βέβαια, μέσω του πονήματός του «Εθνική Στρατηγική – Πρόταση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο» (εκδόσεις Ι.Σιδέρης) έχει ήδη απαντήσει.

Μέσω του «in.gr» αναδεικνύει την σημασία ύπαρξης στρατηγικής στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής και πολλά ακόμα.

Η τουρκολιβυκή συμφωνία

-Η Ελλάδα γνώριζε τις κινήσεις της Τουρκίας στην Λιβύη. Ωστόσο δεν απέτρεψε την συμφωνία. Πώς έφτασαν εδώ τα πράγματα;

«Κάθε νέο γεγονός που προκύπτει, εξαιτίας της απουσίας εθνικής στρατηγικής, αντιμετωπίζεται ως κρίση. Κάθε φορά, ευχή είναι να είναι ικανός ο εκάστοτε διαχειριστής» τονίζει.

«Από το 2018, η Άγκυρα έθεσε το ζήτημα της οριοθέτησης ΑΟΖ με την Λιβύη. Δούλεψε πάνω σε αυτό η Τουρκία. Στήριξε τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης στον εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται και ουσιαστικά την οδήγησε να αποδεχθεί τη συμφωνία που ήθελε. Ταυτόχρονα πέρασε στη διεθνή κοινότητα τη θέση της. Ότι υπάρχει ακόμα μια γκρίζα ζώνη στην περιοχή» προσθέτει.

-Πώς μπορούσε να παρέμβει η Ελλάδα;

«Ο Ταγίπ Ερντογάν ό,τι λέει το εννοεί και το πράττει. Εάν υπήρχε στρατηγική θα είχε ήδη αντιμετωπιστεί το θέμα. Υπήρχαν τρόποι άσκησης πίεσης προς την Λιβύη. Είτε άμεσα από την Ελλάδα είτε έμμεσα, από τρίτες χώρες, όπως Ιταλία-Γαλλία. Με αυτό τον τρόπο θα δρομολογούσαμε εμείς τις εξελίξεις» σημειώνει.

Περί κατευνασμού το ανάγνωσμα

Σχετικά με την διεθνή πολιτική και δη με τα ελληνοτουρκικά, στο δημόσιο διάλογο, επικράτησε ο όρος κατευνασμός. Μάλιστα, οι πολιτικές δυνάμεις χρεώνουν εκατέρωθεν κατευνασμό ως μέσο αντιμετώπισης της Τουρκίας.

«Ο κατευνασμός αποτέλεσε σταθερή και σχεδόν μόνιμη στρατηγική αντιμετώπισης των τουρκικών προκλήσεων κατά τη μεταπολίτευση. Η επιλογή αυτή οφείλεται στην απουσίας στρατηγικής. Αλλά και η ψυχραιμία που εμείς επικαλούμαστε, δε συνεπάγεται απραξία, όπως εν τέλει, εφαρμόζουμε» υπογραμμίζει.

«Από τη στιγμή που δεν υπάρχει στρατηγική, επικροτώ κατευνασμό και ψυχραιμία. Η εθνική στρατηγική είναι αυτό που στο μάνατζμεντ αποκαλούμε στρατηγικό σχεδιασμό. Ο οποίος περιέχει και το risk management για την αντιμετώπιση των απειλών και την εκμετάλλευση των ευκαιριών στην εφαρμογή του σχεδιασμού σου. Από τη στιγμή που δε συντελείται αυτή η διαδικασία, είναι προτιμότερος ο κατευνασμός, από μια επιλογή που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή» συμπληρώνει και μιλά για τον «οδικό χάρτη» του κατευνασμού.

«Ως εργαλείο, ο κατευνασμός μπορεί να εφαρμοστεί για ένα διάστημα από μια χώρα, όχι όμως μόνιμα, διότι αποτελεί τον πιο βέβαιο τρόπο για να οδηγηθείς σε πόλεμο. Γι αυτό έχει αρνητικό πρόσημο στο διεθνές περιβάλλον» τονίζει.

Πού οφείλεται η έλλειψη στρατηγικής

-Τι διαφορετικό θα γινόταν εάν υπήρχε επίσημα καταγεγραμμένη στρατηγική στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας;

«Ο μακροχρόνιος σχεδιασμός και η συνέχεια, στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων, δίνουν τη δυνατότητα εφαρμογής μιας επιθετικής εξωτερικής πολιτικής. Να μπορεί ένα κράτος να διαμορφώνει τις εξελίξεις κι όχι να τρέχει συνεχώς ασθμαίνοντας πίσω από αυτές, υποχρεωμένο να αντιμετωπίζει μονίμως κρίσεις, τις οποίες δρομολογεί ο αντίπαλος στη βάση μιας δικής του επιθετικής εξωτερικής πολιτικής για την επίτευξη των στόχων του, όπως αυτοί προκύπτουν από την εθνική του στρατηγική, που φρόντισε να διαμορφώσει» επισημαίνει.

Συμπληρώνει δε ότι «ειδικά όμως για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής έχω αφιερώσει το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Παρουσιάζω μια άποψη που θεωρώ αποτελεσματική για την Πολιτική Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας με αλλαγή στρατηγικού σχεδιασμού και πολιτικής βούλησης».

-Γιατί δεν εκπονήθηκε στρατηγική μέχρι σήμερα;

«Οι μακροχρόνιος σχεδιασμός δεν είναι στην κουλτούρα μας ως λαού. Από την άλλη, οι πολιτικές δυνάμεις εστιάζουν στα βραχυχρόνια μέτρα και στα οφέλη που εκπορεύονται από αυτά. Δεν θα κάτσουν να καταρτίσουν μια στρατηγική που είναι μακροχρόνια, δεν θα εφαρμόσουν οι ίδιοι και ίσως δεν εφαρμοστεί ποτέ. Έτσι, κρίσιμα εθνικά θέματα, αντιμετωπίζονται βάσει προσωπικών ή κομματικών οφελών» λέει χαρακτηριστικά.

Όσον αφορά το μέσο διαμόρφωσης στρατηγικής, υπογραμμίζει ότι παρά την αλλαγή ονομασίας του ΚΥΣΕΑ «δεν υπήρξε κατάλληλο θεσμικό πλαίσοο δηλαδή διαδικασίες και όργανα εκπόνησης μιας αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής. Έγινε επιλογή αξιόλγων ανθρώπων ως επικεφαλής και αναπληρωτή συμβούλων Εθνικής Ασφάλειας, αλλά χωρίς το προαναφερόμενο θεσμικό πλαίσιο. Η ύπαρξη στρατηγικής, θα θωράκιζε τον εκάστοτε πρωθυπουργό στη λήψη αποφάσεων έξω από το φαινόμενο της κλιμάκωσης της δέσμευσης. Δηλαδή, από την εκ νέου επιλογή μιας λάθος απόφασης, ώστε να μη ξεφύγει από την πεπατημένη».

Οι διαφορές των δύο χωρών

-Είναι εφικτή μια επίλυση όσων απασχολούν Ελλάδα και Τουρκία;

O υποστράτηγος εκτιμά πως μια λύση μπορεί να προέλθει από τα διεθνή δικαστήρια. «Όμως δεν είναι εύκολο να πάνε σε διεθνές δικαστήριο οι δύο χώρες. Γιατί πρώτα πρέπει να συμφωνήσουν για τα θέματα που θα θέσουν στην κρίση του δικαστηρίου. Διαχρονικά, η Ελλάδα κάνει λόγο για μια διαφορά (υφαλοκρηπίδα) ενώ η Τουρκία θέλει να βάλει όλα τα θέματα» εξηγεί.

Για την πιθανότητα συνεκμετάλλευσης του πλούτου στο Αιγαίο, είναι ξεκάθαρος.

«Στο πλαίσιο της ειρήνης υποστηρίζεται από πολλούς η συνεκμετάλλευση. Βέβαια, ο Περικλής είχε πει στους Αθηναίους ότι εάν ενδώσετε στους εκβιασμούς των Σπαρτιατών, θα ξανά έρθουν με νέες απαιτήσεις, γιατί θα νομίζουν ότι φοβηθήκατε.

Πριν κλείσει μια ενδεχόμενη συμφωνία, η Τουρκία θα εγείρει νέες διεκδικήσεις. Θα πρέπει να σταματήσει να νομίζει ότι μπορεί να επιβάλει δυναμικά τις απόψεις της. Κι αυτό θα γίνει με την εξασφάλιση της απαιτούμενης ισχύος. Εάν υπήρχε αποτροπή, η Τουρκία δεν θα υπέγραφε τη συμφωνία με τη Λιβύη. Αν ήξεραν, ότι την επομένη της υπογραφής, θα επεκτείναμε στα 12 ναυτικά μίλια τα χωρικά μας ύδατα, θα το έκαναν; Χάθηκε η ελληνική αποτροπή. Δεν μας υπολογίζει η Τουρκία και αυτό είναι επικίνδυνο» αναφέρει.

«Συζήτηση, όχι σύρσιμο σε διαπραγματεύσεις»

«Η Τουρκία δεν έχει ίχνος μοραλισμού στην εξωτερική της πολιτική. Είναι κακό είναι να οδηγείσαι στις διαπραγματεύσεις υπό απειλές και φόβο. Η συζήτηση χρειάζεται κατάλληλο τάιμινγκ. Όταν υπάρξει ισχύς, μπορούμε να συζητήσουμε. Πρέπει να συζητάνε οι χώρες μεταξύ τους» σχολιάζει για το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων των δύο χωρών.

 

Γιατί δρα έτσι η Τουρκία

-Από την πλευρά της, η Τουρκία, θεωρεί πως Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και Αίγυπτος, με τις συνεργασίες και τις δράσεις τους, επιχειρούν να την «στριμώξουν» σε Αιγαίο και ανατ. Μεσόγειο σε δυσανάλογο για το μέγεθός της, ζωτικό χώρο. Συμφωνείτε;

«Η Τουρκία φοβάται ότι οδηγείται σε τετελεσμένα και αντιδρά. Δεν μπορεί μια χώρα με τόσο ισχυρό Ναυτικό να αποδεχθεί τετελεσμένα» σημειώνει.

Ως εκ τούτου, σχολιάζει την περίπτωση του Αιγαίου.

«Για το σύμπλεγα των νήσων Μεγίστης, για παράδειγμα, η Τουρκία υποστηρίζει ότι βρίσκεται εκτός Αιγαίου και εξαιτίας της αναλογίας του μήκους των ακτών σε σχέση με τις απέναντι τουρκικές, τα νησιά αυτά  δεν έχουν πλήρη επήρεια, κι άρα οι ΑΟΖ των δύο χωρών (Ελλάδας-Κύπρου) δεν συνορεόυν. Σε περίπτωση που οδηγούμασταν σε διεθνές δικαστήριο για το συγκεκριμένο θέμα, είναι πιθανό να μη δίνονταν στην Ελλάδα πλήρης ή απόλυτη επήρεια. Μια σοβαρή χώρα με στρατηγική θα τα έχει εξετάσει αυτά για να τα βάλει στη φαρέτρα της για κάποια διαπραγμάτευση» υπογραμμίζει.

Η σημασία των «Πρεσπών» για την Ελλάδα και Βαλκάνια

Αναπόφευκτα, η συζήτηση ολοκληρώνεται με τα Βαλκάνια, τα οποία γνωρίζει καλά. Εξάλλου, επί δύο χρόνια διατέλεσε διοικητής της Ελληνικής Δύναμης Κοσόβου, στην «καρδιά» των Βαλκανίων. Ως εκ τούτου αναφέρεται στη Συμφωνία των Πρεσπών.

«Όσα και αν λέγονται από την αντιπολίτευση στην Βόρεια Μακεδονία, η οποία μάλλον θα είναι η επόμενη κυβέρνηση, τίποτα δεν θα αλλάξει. Ξέρουν πολύ καλά ότι η οποιαδήποτε απομάκρυνση από τη δύση, θα οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση. Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίζει να υποστηρίζει την διεύρυνση της ΕΕ στα δυτικά Βαλκάνια» λέει.

«Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ρίξει το βάρος στο δεύτερο μέρος της Συμφωνίας. Δηλαδή στο οικονομικό, εκπαιδευτικό και πολιτιστικό κομμάτι της.

Η χώρα πρέπει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια  και μέσω αυτών, να αναβαθμίσει τη θέση της στο διεθνές σύστημα με ότι αυτό συνεπάγεται στην προώθηση των εθνικών συμφερόντων και στην αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Ειδικότερα στην ανάσχεση της τουρκικής επιρροής, η οποία προσπαθεί να επιβάλλει τουρκική συνείδηση σε όλους τους μουσουλμάνους της βαλκανικής χερσονήσου» καταλήγει.

Γράψτε το σχόλιο σας