Ο Ορφέας Αυγουστίδης είναι από τους ηθοποιούς που πατάει γερά στα πόδια του. Γιος δύο αγαπητών ηθοποιών, του Ντίνου Αυγουστίδη και της Μαρίας Τζομπανάκη ήταν ίσως αναμενόμενο ότι θα έπαιρνε κάτι και από ταλέντο αλλά και από την ευγένια τους.

Από το 2005 που τον γνωρίσαμε στην αναβίωση του «Λούφα και παραλλαγή» του Περάκη μέχρι σήμερα έχει μια πολύ προσεγμένη πορεία στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Αυτή την περίοδο παίζει στην «Μέθοδο Γκρόνχολμ» και κάνει πρόβες για τις «Τρεις αδερφές» του Τσέχωφ που θα ανέβουν τον Ιαουάριο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά στο Θέατρο Βεάκη.

Η «Μέθοδος Γκρόνχολμ» επιστρέφει στη θεατρική σκηνή μετά από 12 χρόνια από την πρώτη της παρουσίαση. Το έργο παίχτηκε για πρώτη φορά τη σεζόν 2007-2008 στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου, γνωρίζοντας μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία.

Το έργο μιλάει για «τη σκληρότητα στις εργασιακές σχέσεις. Με αφορμή μία από τις πλέον απάνθρωπες διαδικασίες που υφίστανται στον εργασιακό κόσμο: την επιλογή προσωπικού. Η υπόθεση είναι απλή: οι τελευταίοι τέσσερις υποψήφιοι για μία θέση ανώτατου στελέχους σε μια σημαντική πολυεθνική εταιρεία συναντώνται και υποβάλλονται στις τελευταίες δοκιμασίες της διαδικασίας επιλογής, δοκιμασίες οι οποίες, ακροβατώντας στο παράλογο, δε φαίνεται να έχουν καμία σχέση με αυτή καθαυτή τη θέση εργασίας.

Όλες οι δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλονται οι υποψήφιοι, όσο απίστευτο και αν φαίνεται, είναι εμπνευσμένες από πραγματικές τεχνικές επιλογής προσωπικού, καταγεγραμμένες σε σοβαρά έργα που έχουν εκπονήσει ειδικοί επί του θέματος. Το μόνο πράγμα που κάνει το έργο είναι να φτάσει τις δοκιμασίες στα άκρα, χωρίς να κρύψει το κωμικό στοιχείο που υποκρύπτεται σ’ αυτές».

Μέθοδος Γκρόνχολμ, είναι επίκαιρο και σήμερα το θέμα;

Εγώ δεν έπαιζα στην πρώτη παράσταση. Τότε ήμουν 21 ετών. Είναι πολύ σημαντικό να πούμε ότι είναι η ίδια παράσταση, με τους ίδιους συντελεστές, βασισμένη στην ατμόσφαιρα και τη σκηνοθεσία που είχε κάνει ο Διαγόρας Χρονόπουλος. Εγώ ήρθα να καλύψω τη θέση του Γιώργου Καραμίχου, όλοι οι άλλοι συντελεστές είναι οι ίδιοι. Αυτό που παρατηρούμε είναι λειτουργούσε η θεματική και τότε και τώρα.

Πως το αντιλαμβάνεται το κοινό σήμερα σε σχέση με το παρελθόν;

Τότε σου ανακάτευε το στομάχι αυτό θέμα γιατί σε εξέπληττε αυτό που σου έδειχνε. Ήμασταν ακόμα λίγο πιο αθώοι. Τώρα είμαστε πολύ πιο υποψιασμένοι. Θεωρώ ότι είμαστε πιο εξοικειωμένοι με τη βία στην καθημερινότητά μας, σχεδόν την αποζητούμε με έναν τρόπο. Ο τρόπος ας πούμε που εκθέτουμε τα προσωπικά μας δεδομένα εμπεριέχει κάποιου είδους βιαιότητα. Όταν αυτό ξεφεύγει από τον έλεγχο σου μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο.

Σήμερα φεύγει ο κόμπος από το στομάχι και πάει στην καρδιά. Βλέπεις κάτι που και εσύ συμμετέχεις. Μπορεί να μην είναι ακριβώς το ίδιο θέμα, να μην αφορά τους συγκεκριμένους ανθρώπους που δουλεύουν σε αυτές τις θέσεις αλλά ο τρόπος παραμένει οικείος πια.

Είναι πολύ σημαντικό ότι ο κόσμος θυμάται την παράσταση, είτε επειδή την είδε, είτε επειδή δεν πρόλαβε να την δει, παρόλο που έχει να παιχθεί 7-8 χρόνια.

Θα ήταν χαρούμενος αν την έβλεπε ο Χρονόπουλος;

Ναι θα ήταν πολύ χαρούμενος

Έχεις ξεκινήσει πρόβες για τις αδερφές του Τσέχωφ. Έχεις ξαναδουλέψει με τον Δημήτρη Καραντζά;

Όχι είναι η πρώτη φορά. Βρισκόμαστε στη διαδικασία των προβών. Είναι πολύ ωραία. Είναι πολύ ανακουφιστικό να δουλεύεις με ανθρώπους που είναι οργανωμένοι και συγκεντρωμένοι σε αυτό που κάνουν και έχουν συγκεκριμένο στόχο και σε βάζουν μέσα στον κόσμο τους. Πας μαζί τους στην κατεύθυνση που έχουν ονειρευτεί. Είναι συναρπαστικό. Γιατί μόνο έτσι μπορείς να εξελιχθείς. Όταν είσαι ανοιχτός να ακολουθήσεις μονοπάτια και τρόπο που μπορεί να μην είχε φανταστεί. Στη δουλειά μας ειδικά που ο τρόπος που προσφέρεται η θεατρική παιδεία είναι περιορισμένος, μόνο αυτό μπορείς να κάνεις. Ούτως ή άλλως στα καλλιτεχνικά επαγγέλματα δεν μπορεί μια χολή να σου δώσει παρά ελάχιστα εφόδια. Έχει σημασία η δουλειά που θα κάνει ο καθένας μετά.

Έχεις ξαναπαίξει το συγκεκριμένο έργο;

Όχι ποτέ, το έχει παίξει η μάνα μου (Μαρία Τζομπανάκη) με την Καραμπέτη το 1989. Η μαμά μου έκανε τη Νατάσα και η Καραμπέτη τη Μάσα.

Πώς έχει προσεγγίσει το έργο ο Καραντζάς;

Βλέπουμε κανονικά όλη την πλοκή φυσικά με τη ματιά του Δημήτρη. Δεν θέλω να λέω πολλά. Περιμένεις από τον θεατή να κάνει τη δική του ανάγνωση. Ο Δημήτρης έχει κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση πάνω στο έργο και πολύ αποτελεσματική. Αναδεικνύει αυτά τα στοιχεία που συνήθως ψάχνεις στον Τσέχωφ.

Από μέσα βλέπω ότι δουλεύει πραγματικά πολύ ο Δημήτρη και σε βάθος. Αν δεν κάνεις βουτιά δεν μπορείς να προχωρήσεις. Το κοινό καταλαβαίνει ότι γίνεται με ευκολία.

Εμένα και σαν ηθοποιό με νοιάζει η προσωπική εμπλοκή των ανθρώπων με το έργο. Να υπάρχει κάποιος λόγος που ένας άνθρωπος κάνει αυτό τον ρόλο αντί για κάποιον άλλο. Δεν με ενδιαφέρει πόσο καλά μπορεί κάποιος να παίξει υποκριτικά, πόσες φωνές μπορεί να αλλάξει. Αυτά πρέπει να τα χρησιμοποιεί κάποιος για να εξελιχθεί. Θέλω την προσωπική εμπλοκή για να καταλάβω για ποιο λόγο να βρίσκομαι στο θέατρο και δεν είμαι σπίτι μου να δω μια ταινία που μου αρέσει πολύ και ξέρω ότι είναι σπουδαία.

Γράψτε το σχόλιο σας