Ο Δημητρός κόντευε να πατήσει τα εβδομήντα και όμως ακόμα δούλευε. Δούλευε στην εφημερίδα Κωνσταντινούπολις, που την έβγαζαν τότε ο Δημήτριος και ο Αθανάσιος Νικολαΐδης.

Χιώτης ήταν ο Δημητρός. Στη σφαγή της Χίου, όταν οι Τούρκοι σφάξαν τους γονείς του, και κείνονα —μωρό παιδί— τον βγάλανε στο σκλαβοπάζαρο, ένας αδελφός του πατέρα του από τη Σύρα —ο σιορ Βασιλάκης ο λουκουμτζής— ήρθε στη Χίο και έδωσε ένα πουγκί γρόσια για να τον αγοράσει από τους Τούρκους.

Ο Βασιλάκης, που ήταν ανύπαντρος, μεγάλωσε το Δημητρό σαν παιδί του και όταν τον έκανε δεκαεφτά χρονών τον έστειλε στην Πόλη, στο σπίτι της θειας Ειρήνης, για να σπουδάσει το παιδί, μια και είχε τέτοια κλίση στα γράμματα.

Θαμπώθηκαν τα μάτια του Δημητρού σαν έφτασε στην Πόλη. Στην ωραία Επτάλοφο. «Χαίρε, Κωνσταντινούπολις, των πόλεων η βασιλίς.» Ξαπλωμένη πάνω σε δυο ηπείρους, ανοίγει η Πόλη τα στήθια της στο βοριά της Μαύρης Θάλασσας από τη μια μεριά και στη νοτιά του Μαρμαρά από την άλλη. Γιουρούσι λες και κάνουνε τα δυο αντίθετα ρεύματα για να την κατακτήσουνε. Παλεύει η Δύση με την Ανατολή και τη διεκδικούνε και αφρίζουνε και κλωθογυρίζουνε μπροστά στην πούντα του Σαράι Μπουρνού, στα πόδια της Αγια-Σοφιάς μεσ’ στην καρδιά της Πόλης.

Πώς να μη γίνει ο Δημητρός ποιητής, πώς να μη γίνει ρομαντικός! Σπάραξε η καρδιά του σαν είδε τους μιναρέδες γύρω απ’ την Αγια-Σοφιά. Και όμως εκείνη στέκεται μεγαλόπρεπη και με ηγεμονική σεμνότητα σκορπά στο γύρο της γαλήνη. Μπροστά στο μεγαλείο της μυρμήγκι μοιάζει ο άνθρωπος, και όμως και το μυρμήγκι μέσα στην Αγια-Σοφιά φαίνεται και παίρνει σημασία. Κάτω απ’ το μεγάλο θόλο της σαν σταθείς, δεν ξέρεις αν ο θόλος πρόβαλε για να σε προστατέψει ή αν υψώνεται για ν’ ανοιχτεί και να πετάξεις απάνω. Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια… Άλλον ένα Παρθενώνα χτίσαν οι Βυζαντινοί και τον αφιέρωσαν και αυτοί στου Θεού τη Σοφία.

Έτσι την είδε ο Δημητρός την Αγια-Σοφιά που στέκεται μέσα στην παλιά Πόλη που την τριγυρίζουνε τα τείχη τα βυζαντινά. Εκεί δεν είχε πάνε κ’ έλα και θόρυβο και θέατρα και ξένους, όπως στο Πέρα και στο Γαλατά. Εκεί η ζωή κυλούσε γιαβάς-γιαβάς. Στενά λιθόστρωτα σοκάκια, μικρά ξύλινα σπίτια με τεράστιες γεροδεμένες πόρτες που μοιάζουν πόρτες φυλακής. Καφασωτά παράθυρα, ερημιά. Τσαρσιά με ραχατλήδες ανατολίτες εμπόρους καθισμένους σταυροπόδι μπροστά στην πραμάτεια τους: φίλντισι, κεχλιμπάρι και συντέφι. Μεταξωτά υφάσματα και λαχουρένια σάλια από τις Ινδίες, πολύτιμα αρώματα και ο αέρας μυρίζει πατσουλί.

Στους περιβόλους των τζαμιών λιάζουνται Τούρκοι καθισμένοι ανακούκουρδα. Βρύσες μεγάλες με τρεχάμενα νερά και ένα γύρο περιστέρια.

Κανένας Ευρωπαίος δεν κάθονταν εκεί, — Τουρκιά. Και κανένας Τούρκος δεν κάθονταν στο Σταυροδρόμι, — Ρωμιοσύνη.

Η Κωνσταντινούπολη εκείνη την εποχή ήτανε ένα χαρμάνι από διάφορες πολιτείες, προάστια και χωριά, σκορπισμένα πάνω στα παράλια της Μικράς Ασίας και της Ευρώπης. Και η κάθε πολιτεία, το κάθε προάστιο, το κάθε χωριό είχε τον τοπικό του χαρακτήρα, τα ήθη και τα έθιμα του πληθυσμού που πλειονοψηφούσε.

Την ευρωπαϊκή όχθη του Βοσπόρου την κατοικούσαν περισσότερο Έλληνες και γενικά Ευρωπαίοι, — το Μέγα Ρέμα, το Μπουγιούκ-Ντερέ, τα Θεραπειά, όλα εκείνα τα προάστια θυμίζανε Ευρώπη. Η ασιατική όχθη ήτανε Ανατολή. Εκεί έβγαινε το νταούλι για να θυμίσει στους πιστούς πως ήταν ραμαζάνι. Εκεί ο μουεζίνης τρεις φορές τη μέρα διαλαλούσε ταχτικά πως ένας είναι ο Αλλάχ, και ο Μωάμεθ ο Προφήτης του Αλλάχ. Και στην απέναντι όχθη σαν έφτανε αυτός ο αντίλαλος, έφτανε σαν παραμυθένια φωνή από έναν άλλον κόσμο.

Το Φανάρι, που ήταν μέσα στον Κεράτιο Κόλπο, εξακολουθούσε να είναι ακόμη το κέντρο της ελληνικής διανόησης, όμως είχε χάσει την πρωτινή του αίγλη.

Πηγή: Μαρία Ιορδανίδου, Λωξάντρα, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1999 (44η έκδοση), σελ. 17-19

 

Η Μαρία Ιορδανίδου, κόρη του υδραίου μηχανικού του αγγλικού εμπορικού ναυτικού Νικολάου Κριεζή και της κωνσταντινουπολίτισσας Ευφροσύνης Μάγκου, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897.

Από το 1901 έως το 1909 η Μαρία έζησε μαζί με τους γονείς της στην Αθήνα, αλλά μετά το χωρισμό τους επέστρεψε στη γενέτειρά της και γράφτηκε στο εκεί αμερικανικό κολέγιο.

Πηγή: Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Από το 1914 έως το 1919 έζησε στη Μαριούπολη, παραδίδοντας μαθήματα αγγλικών και παρακολουθώντας μαθήματα σε ρωσικό γυμνάσιο.

Το 1919 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εργάστηκε σε αμερικανική εμπορική εταιρεία.

Το 1920 μετατέθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους και κατέστη μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Αιγύπτου.

Το 1923 παντρεύτηκε τον εκπαιδευτικό Ιορδάνη Ιορδανίδη. Μετά το γάμο της εγκαταστάθηκε μαζί με το σύζυγο και τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης.

Το 1931 χώρισε από τον Ιορδανίδη, με τον οποίον είχε αποκτήσει δυο παιδιά.

Το 1939 απολύθηκε από την πρεσβεία και άρχισε να ασχολείται και πάλι με την παράδοση μαθημάτων ξένων γλωσσών.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής καταστράφηκε το σπίτι της, ενώ η ίδια διώχτηκε και κλείστηκε σε διάφορα στρατόπεδα.

Πηγή: Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Η Ιορδανίδου συνεργάστηκε με την περιοδική έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ «Μόρφωση» ως μεταφράστρια.

Στα λογοτεχνικά πράγματα πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία εξήντα πέντε χρόνων με την έκδοση του φημισμένου μυθιστορήματος «Λωξάντρα».

Τιμήθηκε για το έργο της με το Χρυσό Σταυρό και το οφφίκιο της Αρχόντισσας του Οικουμενικού Θρόνου από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, το 1978.

Βασικά χαρακτηριστικά του έργου της Ιορδανίδου, που μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες, είναι το αυτοβιογραφικό στοιχείο που κυριαρχεί ολοένα και εντονότερα κατά τη διάρκεια της λογοτεχνικής διαδρομής της, η αμέλειά της για μια συστηματική κατανομή του αφηγηματικού υλικού της, καθώς και η αμεσότητα, η ακρίβεια και η φυσικότητα του λόγου της.

Τα βιβλία της, ζωντανεύοντας έναν ολόκληρο κόσμο που ξεκινά από την πολίτικη ρωμιοσύνη, αποπνέουν τη γενναιοδωρία και τη χαρά της ζωής που χαρακτήριζαν και την ίδια.

Η Μαρία Ιορδανίδου απεβίωσε στις 6 Νοεμβρίου 1989.