Ο τίτλος της ταινίας «Oικογενειακή ευτυχία» («Family Romance») που  προβάλλεται στις αίθουσες παραπέμπει στην επωνυμία μιας πραγματικής ιαπωνικής εταιρείας, οι υπηρεσίες της οποίας είναι πολύ ιδιαίτερες: μισθώνοντας ηθοποιούς που αναλαμβάνουν ρόλους για να αναπληρώσουν την απουσία συγγενών, φίλων ή αγαπημένων προσώπων των πελατών της, εξασφαλίζει αυτό ακριβώς που δηλώνει – την οικογενειακή ευτυχία. Οι υπάλληλοί της συμπαρίστανται στους πελάτες όχι μόνον σε πάρτι, γάμους και κηδείες, αλλά ακόμη και σε πολύ προσωπικές, ιδιωτικές στιγμές.

Στην καρέκλα του σκηνοθέτη της ταινίας κάθεται ο Βέρνερ Χέρτσογκ, γεγονός που από μόνο του της δίνει βάρος. Πρωτοπόρος και υπερδραστήριος, ο βαυαρός δημιουργός (προτιμά το Βαυαρός από το Γερμανός) στα 77 του χρόνια παραμένει ανήσυχος και όπως ο ίδιος λέει «περίεργος». Από μικρό παιδί έτσι ήταν. «Οταν έμαθα για αυτή την περίπτωση ήξερα ότι είχα στα χέρια μου κάτι πραγματικά μεγάλο που ξέφευγε από τα σύνορα της Ιαπωνίας» είπε με ενθουσιασμό στο «Βήμα» στην τηλεφωνική επικοινωνία μας (από το Λος Αντζελες όπου κατοικεί όταν δεν μένει στη γενέθλια πόλη του, το Μόναχο). «Οι συνέπειες της βαθιάς αίσθησης απομόνωσης στις μεγάλες ηλικίες, ή η υπερβολική, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο χρήση του Ιντερνετ που έχει οδηγήσει στην απομόνωση ακόμα και τους νεότερους – κυρίως τους νεότερους. Ολα αυτά είναι ζητήματα που αφορούν την παγκόσμια κοινότητα και όχι μόνο την ιαπωνική».

Παραπάνω από 70 ταινίες και ντοκιμαντέρ μεγάλου και μικρού μήκους, μέσα σε μια περίοδο μισού αιώνα, σημαίνει ότι εργάζεσαι σταθερά και γρήγορα. Οταν έμαθε την ιστορία από ένα άρθρο περιοδικού, ο Χέρτσογκ έγραψε αμέσως το σενάριο και αποφάσισε να δώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Γιουίτσι Ιτσι, τον ιδρυτή της εταιρείας Family Romance. «Καθετί που βλέπουμε στην ταινία είναι μυθοπλασία» είπε με υπερηφάνεια ο σκηνοθέτης, «και οι ηθοποιοί είναι όλοι εργαζόμενοι στην εταιρεία του Ιτσι. Τίποτε δεν είναι ντοκιμαντέρ, αν και η αυθεντικότητα της ταινίας είναι τόσο έντονη που πολύς κόσμος μπερδεύεται και τη θεωρεί ντοκιμαντέρ. Κάτι που εισπράττω ως κομπλιμέντο. Γιατί όλα έγιναν βάσει συγκεκριμένου σεναρίου. Για όλα προηγήθηκαν πρόβες. Ολα ήταν υποκριτική» (εκτός από σκηνοθέτης, ο Β. Χέρτσογκ τα τελευταία χρόνια κάνει ο ίδιος μικρές αλλά χαρακτηριστικές εμφανίσεις ως ηθοποιός και εφέτος θα τον δούμε στο «The Mandalorian», την τηλεοπτική σειρά που βασίζεται στον «Πόλεμο των Αστρων»).

Η αλήθεια και το ψέμα

«Πέρα από το ζήτημα της απομόνωσης, ένα από τα μεγάλα ερωτήματα στη σύγχρονη κοινωνία μας αφορά το τι είναι ψεύτικο, τι υποδυόμαστε, τι είναι fake news, τι είναι performance» θα μου απαντήσει ο Χέρτσογκ όταν τον ρωτώ τι ήταν εκείνο που ο ίδιος ανακάλυψε σε συναισθηματικό επίπεδο ενόσω γύριζε την «Οικογενειακή ευτυχία». «Οταν βρίσκεσαι στο Facebook τι κάνεις, αν όχι μια performance; Κατασκευάζεις και παρουσιάζεις μια εξιδανικευμένη πλευρά του εαυτού σου. Ακόμα βαθύτερο ερώτημα είναι πώς μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας ενώ παίζουμε ρόλους στους κύκλους των φίλων μας ή στην οικογένειά μας. Και μήπως η ίδια η οικογένειά μας υποδύεται για εμάς;».

Εξαιτίας όλων αυτών που περιγράφετε, θεωρείτε ότι η αλήθεια σήμερα είναι δύσκολο να οριστεί;

«Ας είμαστε ειλικρινείς, ποτέ δεν ξέραμε πού βρίσκεται η αλήθεια. Ούτε οι μεγάλοι φιλόσοφοι ήξεραν, ούτε ο Πάπας της Ρώμης ήξερε, ούτε και οι σπουδαίοι μαθηματικοί μπόρεσαν ποτέ να ορίσουν με απόλυτη ακρίβεια την αλήθεια. Η αλήθεια είναι ένα φως που τρεμοπαίζει στον ορίζοντα. Αυτό που υπάρχει είναι το ταξίδι για την ανεύρεσή της, αν και ποτέ κανείς δεν την κατέκτησε. Δεν ξέρουμε καν τι σημαίνει αλήθεια. Δεν έχει σημασία εξάλλου. Ολες μου οι ταινίες είναι μια βουτιά στην ανακάλυψη όχι της αλήθειας αλλά μιας έκστασης της αλήθειας. Οποτε γυρίζω μια ταινία νιώθω σαν μοναχός του Μεσαίωνα, αισθάνομαι σαν να στέκομαι έξω από τον εαυτό μου, σε μια βαθιά, θρησκευτική, υπνωτική φώτιση».

Η ζωή στα βουνά και η Ελλάδα

Αυτή η υπέροχη σύγχυση ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη αποτελεί το στίγμα του Βέρνερ Χέρτσογκ, η διαδρομή του οποίου από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ως τις μέρες μας σηματοδοτήθηκε από έναν οραματικό κινηματογράφο, στον οποίο ο δημιουργός προκειμένου να φωτίσει τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης συνδυάζει πάντα στοιχεία εξπρεσιονισμού με το συναίσθημα και τη φαντασία του ρομαντισμού.

Σε 73 έργα (ταινίες μυθοπλασίας, μεγάλου και μικρού μήκους ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικές δουλειές) ο Χέρτσογκ έχει να παρουσιάσει έναν όγκο δουλειάς στον οποίο ενσωματώνονται με ουσία στοιχεία της γερμανικής Ιστορίας και πολιτισμικής παράδοσης. Και ταυτόχρονα – όπως και ο Βιμ Βέντερς – ανήκει στην κάστα των ελάχιστων γερμανών κινηματογραφιστών που μεγαλούργησαν εκτός γερμανικών γεωγραφικών συνόρων. Ειδικά ο Χέρτσογκ έχει οργώσει όλον τον πλανήτη: Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αμερική, Νότια Αμερική, Ανταρκτική, τώρα Απω Ανατολή. Πολλές ταινίες του Χέρτσογκ έχουν γράψει Ιστορία, ανάμεσά τους ο «Φιτζκαράλντο», ο «Βόιτσεκ», ο «Νοσφεράτου» και το «Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού», στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο καλύτερος φίλος και ο χειρότερος εχθρός του, ο Κλάους Κίνσκι (1926-1991).

Ο δημιουργός δεν αρνείται το γεγονός ότι η παιδική ηλικία του μπορεί και να διαμόρφωσε αυτόν τον «διεθνή» κινηματογραφικό εαυτό του. Ο Χέρτσογκ γεννήθηκε το 1942 και μεγάλωσε απομονωμένος από τον κόσμο, μέσα στη φτώχεια και στην αθλιότητα του πολέμου και των χρόνων που τον ακολούθησαν όταν η Γερμανία φτιαχνόταν από το μηδέν. «Ημουν μόλις 14 ημερών όταν οι βόμβες έπεφταν σαν χαλάζι στο Μόναχο» είπε. «Η μητέρα μου κρύφτηκε στα βουνά. Μεγάλωσα πίνοντας νερό από ποτάμια, κοιμόμασταν σε σπηλιές, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς τηλέφωνο. Πολλοί δεν με πιστεύουν όταν λέω ότι έκανα το πρώτο τηλεφώνημά μου στα 17. Δεν φορούσα παπούτσια το καλοκαίρι. Πεινούσαμε. Ομως όλη αυτή η κατάσταση αύξησε την περιέργειά μου για τον κόσμο. Γιατί ήξερα ότι κάτι άλλο υπάρχει εκεί έξω. Κάτι μεγάλο. Γι’ αυτό και ανέκαθεν μου κέντριζε την περιέργεια η ανεύρεση χώρων με βαθιά ουσία. Τους αποκαλώ τοπία της ψυχής μας. Ωστόσο δεν είναι ο χώρος που κατ’ αρχάς με ελκύει, είναι οι ιστορίες που έχουν δεθεί με τους χώρους. Ενώ κάθομαι και σας μιλώ βλέπω ότι με περιμένουν 6-7 σχέδια που έχω μπροστά μου».

Πώς μπήκε ο κινηματογράφος στη ζωή σας;

«Οταν μεγάλωνα όχι μόνον δεν είχα δει κινηματογράφο αλλά δεν ήξερα για την ύπαρξή του. Είδα για πρώτη φορά ταινία σε κάποιο χωριό όταν ήρθε ένας πλανόδιος προβολατζής. Αργότερα είδα ταινίες στο Μόναχο, κακές ταινίες, θυμάμαι κάτι περιπέτειες με τον Φου Μαν Τσου. Ηξερα ότι μπορούσα να κάνω το ίδιο πράγμα καλύτερα. Ανακάλυψα τον κινηματογράφο για τον εαυτό μου».

Ο Χέρτσογκ δούλευε νύχτα σε εργοστάσιο χαλυβουργίας και πήγαινε σχολείο το πρωί. Μάζευε χρήματα για να κάνει κινηματογράφο και πράγματι, στα 25 του έκανε την πρώτη του ταινία, τον «Ηρακλή», μια μικρού μήκους εμπνευσμένη από τους άθλους του Ηρακλή. «Εκείνη την εποχή μιλούσα θαυμάσια ελληνικά γιατί στο σχολείο μαθαίναμε αρχαία ελληνικά και λατινικά» είπε. «Γύρισα την ταινία διότι ήθελα να ταξιδέψω πάνω στα χνάρια του παππού μου, του Ρούντολφ Χέρτσογκ, ο οποίος είχε εξερευνήσει το Ασκληπιείο στην Κω». Παλαιότερα ο Χέρτσογκ ερχόταν συχνά στην Ελλάδα, προσπαθώντας να γευθεί όσο το δυνατόν καλύτερα τον ελληνικό πολιτισμό. Μάλιστα γύρισε τον «Ηρακλή» λίγο μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967. «Λόγω του πραξικοπήματος η άδεια εργασίας μου δεν ίσχυε πια και έπρεπε να κοροϊδέψω τους στρατιωτικούς, οι οποίοι ούτως ή άλλως δεν είχαν καταλάβει ότι κινηματογραφούσα» ανέφερε γελώντας. «Αλλά ακόμα και σήμερα, μέρος της ψυχής μου μένει στην Ελλάδα. Ζει στη λογοτεχνία σας, ζει στην Ιστορία σας, ζει στον πολιτισμό σας. Και ζει μέσω του παππού μου».

Ο Χέρτσογκ σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς διατηρεί την ενέργειά του, ο άνθρωπος είναι φαινόμενο. «Είστε μια ταινία από μόνος σας» του λέω. «Οχι, δεν είμαι» απαντά. «Μέσα μου είμαι ένας στρατιώτης, όχι με τη στρατιωτική αλλά με την ουσιαστική έννοια του καθήκοντος και της αφοσίωσης. Το μόνο που κάνω είναι να προσπαθώ να παραμένω καλός στρατιώτης. Υπάρχει θάρρος, κουράγιο και πίστη στο όραμά μου». Υπάρχουν όμως και φυσικοί κίνδυνοι, σε περιπτώσεις ταινιών όπως το «Grizzly Man», όπου κινηματογραφεί μια τεράστια αρκούδα ενώ σκοτώνει ανθρώπους. «Οταν έχεις όραμα ο φόβος δεν είναι επιτρεπτός».

Ενθυμούμενος τον Κίνσκι

Κλείνοντας και αφού πρώτα του ζητώ την άδεια γνωρίζοντας την ευαισθησία του επί του θέματος, τον ρωτώ πώς θυμάται σήμερα τον Κλάους Κίνσκι. Ο Χέρτσογκ καθυστερεί να απαντήσει. «Μπορείτε να το δείτε στην ταινία μου «Ο Καλύτερος μου Εχθρός». Τη γύρισα 8-9 χρόνια μετά τον θάνατό του. Και προς έκπληξή μου, είδα ότι πια τον αντιμετώπιζα με χιούμορ. Με ζεστασιά. Βεβαίως υπάρχει μια άλλη πλευρά στον Κίνσκι. Μόλις προσφάτως μάθαμε τι συνέβαινε ανάμεσα σ’ εκείνον και τη μεγάλη του κόρη που εξέδωσε ένα βιβλίο λέγοντας ότι την κακοποιούσε σεξουαλικά. Υπάρχει μια πολύ σκοτεινή άβυσσος γύρω του. Δεν παύει όμως ο Κίνσκι να είναι μέρος της ζωής μου, της δουλειάς μου. Κοιτάζοντας ξανά τη δουλειά μας, επικίνδυνα αμφιλεγόμενη ορισμένες φορές – σε σημείο που σχεδιάζαμε ταυτόχρονα να δολοφονήσουμε ο ένας τον άλλον (στα γυρίσματα του «Φιτζκαράλντο») -, δεν μπορώ σήμερα παρά να γελάσω. Γιατί υπάρχει κάτι το εξωφρενικά αστείο μέσα σε όλη αυτή την παρανοϊκή κατάσταση».

Γράψτε το σχόλιο σας