Διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης, η Κομοτηνή είναι χτισμένη στο βόρειο τμήμα της ομώνυμης πεδιάδας.

Αρχικός πυρήνας της πόλης υπήρξε ένας σταθμός της Eγνατίας οδού, που πρέπει να ιδρύθηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α’ (4ος αιώνας μ.Χ.).

Γύρω από το σταθμό δημιουργήθηκε κατά τους Bυζαντινούς Xρόνους ο μικρός οικισμός των Kουμουτζηνών (Κομοτηνών), ο πληθυσμός του οποίου αυξήθηκε αρκετά μετά την καταστροφή της γειτονικής Mοσυνουπόλεως, το 13ο αιώνα.

Στα χρόνια της Tουρκοκρατίας ο οικισμός, που ονομαζόταν Γκουμουλτζίνα (Γκουμουρτζίνα), έγινε σταδιακά η σπουδαιότερη πόλη της περιοχής.

Στο β’ μισό του 19ου αιώνα η πόλη ανέπτυξε έντονη οικονομική δραστηριότητα ως κέντρο της ευρύτερης περιοχής, όπου ανθούσαν η γεωργία και η κτηνοτροφία.

Η Κομοτηνή, που εντάχθηκε οριστικά στην ελληνική επικράτεια το Μάιο του 1920 και δέχτηκε μεγάλο αριθμό προσφύγων κατά τα έτη 1922-1923, γνώρισε οικονομική και πολιτισμική πρόοδο τις τελευταίες δεκαετίες χάρη στη λειτουργία του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων και την πραγματοποίηση έργων υποδομής στην ευρύτερη περιοχή.

Τα ερείπια του βυζαντινού κάστρου

Στο κέντρο της σύγχρονης πόλης σώζονται περιορισμένα τμήματα του βυζαντινού κάστρου της Κομοτηνής.

Το κάστρο ανεγέρθηκε κατά τους Πρωτοβυζαντινούς Χρόνους (4ος αιώνας μ.Χ.) από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α’ (379-395 μ.Χ.) σε θέση υψηλής στρατηγικής σημασίας, καθώς ελέγχει τη μία από τις τρεις εξόδους της οροσειράς της Ροδόπης προς το Αιγαίο.

Το κάστρο καταστράφηκε μερικώς από τους Τούρκους κατά την άλωση της πόλης το 1363, ενώ το 1910 οι Βούλγαροι κατεδάφισαν τους πύργους και μεγάλο μέρος του.

Το κάστρο ήταν τετράπλευρο, με τέσσερις εισόδους και δεκαέξι πύργους, περιέκλειε δε τον οικισμό των Κουμουτζηνών.

Εντός του οικισμού ήταν χτισμένος ναός που μαρτυρείται από το 1548.

Πάνω στα θεμέλια του ναού αυτού ιδρύθηκε επί Τουρκοκρατίας ο μητροπολιτικός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που διαθέτει ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο και παλαιές αγιογραφίες.

Το Ιμαρέτ

Το Ιμαρέτ, ένα από τα παλαιότερα οθωμανικά μνημεία της Θράκης, σχετίζεται με την επέκταση και επικράτηση των Οθωμανών στη συγκεκριμένη περιοχή στο β’ μισό του 14ου αιώνα.

Το υπό εξέταση κτίριο ταυτίζεται με το Ιμαρέτ που –σύμφωνα με τις πηγές– έκτισε ο κατακτητής της πόλης, ο τούρκος στρατηλάτης Γαζή Eβρενός μπέης.

Το κτιριακό συγκρότημα του Ιμαρέτ, όπως και το παρακείμενο Εσκί τζαμί, σηματοδοτεί μια νεότερη φάση στην ανάπτυξη των Κουμουτζηνών, καθώς οι νέοι κυρίαρχοι εγκαταστάθηκαν έξω από τον τειχισμένο οικισμό, στον οποίον παρέμειναν οι χριστιανοί.

Το τρίχωρο οικοδόμημα (ο μεσαίος χώρος, τετράγωνος στην κάτοψη, αποτελεί το κέντρο του κτιρίου και καλύπτεται με ημισφαιρικό θόλο) είναι χτισμένο με τη βυζαντινή τεχνική της πλινθοπερίκλειστης τοιχοδομίας, που συνηθίζεται στα πρώιμα οθωμανικά κτίσματα.

Εξ όσων γνωρίζουμε, το Ιμαρέτ αποτελούσε τόπο συγκέντρωσης και ορμητήριο των Αχήδων, αδελφότητας μυστικιστών μουσουλμάνων, που είχε αναλάβει να φέρει εις πέρας την αποστολή του εξισλαμισμού της Θράκης στην Πρώιμη Οθωμανική Περίοδο.

Στο Ιμαρέτ στεγάζεται σήμερα το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Ιεράς Μητρόπολης Μαρωνείας και Κομοτηνής, το οποίο περιλαμβάνει εκκλησιαστικά αντικείμενα (φορητές εικόνες, ιερά σκεύη, ιερατικά άμφια, χειρόγραφα και λειτουργικά βιβλία) που αποτελούν μάρτυρες της μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής τέχνης της περιοχής και προέρχονται από ναούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία της εν λόγω μητρόπολης, καθώς και από δωρεές προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Κομοτηνής.

 

Το Γενί τζαμί

Το Γενί τζαμί (Νέο τέμενος), οθωμανικό μνημείο του τέλους του 16ου αιώνα (1585), ιδρύθηκε από τον Αχμέτ εφέντη, υψηλόβαθμο οικονομικό αξιωματούχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την εποχή του Σουλτάνου Μουράτ Γ’.

Το τέμενος φέρει είσοδο μνημειακού χαρακτήρα και χώρο προσευχής με εντυπωσιακό διάκοσμο.

 

Η σημερινή μορφή του μνημείου είναι αποτέλεσμα εκτεταμένων εργασιών ανακαίνισης και επέκτασης του τεμένους, που έλαβαν χώρα το 1902.

Το Εσκί τζαμί

Αν και ονομάζεται Εσκί τζαμί (Παλαιό τέμενος), το εν λόγω οικοδόμημα είναι κατά πάσαν πιθανότητα νεότερο από το προαναφερθέν Γενί τζαμί (Νέο τέμενος).

Βάσει των πληροφοριών που έχουμε στη διάθεσή μας, το οθωμανικό αυτό μνημείο ανεγέρθηκε το 17ο αιώνα (κατά τον τούρκο περιηγητή Εβλιά ή Εβλιγιά Τσελεμπή χρονολογείται από το 1608/1609, ενώ σύμφωνα με ευρεθείσα επιγραφή χρονολογείται από το 1677/1678).

Το τέμενος ανακαινίστηκε πρώτη φορά το 1854. Στις αρχές του 20ού αιώνα οι Βούλγαροι μετέτρεψαν το τέμενος σε εκκλησία και κατέστρεψαν μέρος του μιναρέ.

Ο πύργος του ρολογιού

Έργο των ετών 1884-1885, ο πύργος με τα νεοκλασικά και εκλεκτικιστικά στοιχεία συνιστά χαρακτηριστικό μνημείο του οθωμανικού εκσυγχρονισμού, αφιέρωμα του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β’.

Στο εν λόγω μνημείο, που βρίσκεται δίπλα στο Γενί τζαμί, έγιναν αρχιτεκτονικές επεμβάσεις κατά τη δεκαετία του 1950.