Με τη χαρακτηριστική προσωνυμία κουτσαβάκης, ή και κουτσαβάκι (το), (πληθυντικός: κουτσαβάκηδες ή κουτσαβάκια) φέρονταν στη Παλιά Αθήνα, περί το τέλος της Βασιλείας του Όθωνα και αρχές της Βασιλείας του Γεωργίου του Α΄ διάφοροι επιδεικνυόμενοι ως δήθεν παλληκαράδες κοινώς «ψευτόμαγκες».

Σύμφωνα με το Βικιπαιδεία, η προσωνυμία αυτή κατά την επικρατέστερη άποψη προέρχεται εκ του «κουτσά» + «βαίνω», δηλαδή περπατώ σαν κουτσός χωλός, και αυτό επειδή οι κουτσαβάκηδες χάριν επίδειξης βάδιζαν αργά χαμηλώνοντας εναλλάξ τους ώμους τους κατ΄ αντίστοιχο πόδι, γυρνώντας ομοίως ελαφρά κατά πλευρά, το κεφάλι.

———————————————————

Το Σάββατο με «ΤΑ ΝΕΑ», Ν. Τσιφόρος: «Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα», Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος: «Θέματα Ιστορίας και Πολιτικής»

Ο Νίκος Τσιφόρος συνεχίζει στα «ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ»!

Ανατρεπτικό χιούμορ, σάτιρα και σαρκασμός στα διαχρονικά έργα του μοναδικού συγγραφέα!

Αυτή την εβδομάδα

«Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα»
 
Μάγκες, ρεμπέτες, κουτσαβάκια και άλλοι τύποι του κοινωνικού περιθωρίου αναδεικνύονται μέσα από τις χιουμοριστικές ιστορίες του μοναδικού συγγραφέα!

«Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα» είναι ευθυμογραφήματα που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» από τον Σεπτέμβριο του 1967 έως τον Μάιο του 1969, κυκλοφόρησαν έπειτα από τις εκδόσεις «Ερμής» και επανεκδίδονται σε δύο μέρη από την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ».

————————————————————

Σύμφωνα με τον Επαμεινώνδα Στασινόπουλο το όνομα έχει προέλθει από τον Δημήτριο Κουτσαβάκη, δεκανέα του ιππικού επί Όθωνα και διάσημο καβγατζή. Οι κουτσαβάκηδες σύχναζαν κυρίως στη περιοχή του Ψυρή, οι δε περίεργες συνήθειές τους και οι κάποιοι άθλοι τους άφησαν ιδιαίτερο λαογραφικό στίγμα για την εποχή τους.

Οπως αναφέρει το e-radio, οι κουτσαβάκηδες έδρασαν στην Αθήνα και συγκεκριμένα στου Ψυρρή. Ούτε η αστυνομία δεν τολμούσε να μπει τότε στην γνωστή συνοικία. Η ατιμωρησία βασίλευε στις τάξεις τους και όλο και περισσότεροι ήθελαν να γίνουν κουτσαβάκια, για να κάνουν ότι θέλουν, παραβιάζοντας τον νόμο. Για πολλούς ήταν ήρωες, ενώ για άλλους, κοινοί εγκληματίες.

 

Ήταν περήφανοι για το μουστάκι τους και το σακάκι, το οποίο δεν φορούσαν με τον παραδοσιακό τρόπο. Φορούσαν το ένα μανίκι και το άλλο το άφηναν να κρέμεται , κάτι που τους βοηθούσε μάλιστα στο να κουτσαίνουν ή να βαδίζουν μονόπατα.

Τους κουτσαβάκηδες διακωμώδησαν πολλοί νεότεροι Έλληνες ηθοποιοί του κινηματογράφου, όπως ο Νίκος Φέρμας αλλά κυρίως, σε αντίθεση με το ύψος του, ο Νίκος Ρίζος. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου τον ακολουθεί κατά ίδιο βάδισμα και κινήσεις ο Κώστας Χατζηχρήστος στο τέλος της ταινίας Της κακομοίρας. Άλλη μία διακωμώδηση κουτσαβάκη ήταν αυτή του Σωτήρη Μουστάκα στην ταινία Μήτσος ο Ρεζίλης.