Συνέντευξη στην Μυρτώ Λοβέρδου

 

Ο Χρήστος Λούλης ετοιμάζεται για τον «Χορό της φωτιάς» του Αρη Μπινιάρη, μια παράσταση για τη Γενοκτονία των Ποντίων, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε μια περίοδο που η ταινία του Κώστα Γαβρά «Ενήλικοι στην αίθουσα» εξακολουθεί να προκαλεί…

Τι είναι «Ο χορός της φωτιάς»;

«Ενα έργο σαν παιδικό παραμύθι, γραμμένο από τον Αρη Μπινιάρη με έναν πανανθρώπινο τρόπο. Δεν ονομάζουμε τον λαό και τον εισβολέα. Μιλάμε για το πώς ζούσε ειρηνικά και ήρθαν κάποιοι να τον διώξουν. Η παράσταση έχει λυρισμό, ποντιακά μουσικά στοιχεία και αρμένικα».

Χωρίς ρόλους…

«Είναι ομαδική, μουσική αφήγηση, με κείμενο, κίνηση και τραγούδια, θέαμα και ακρόαμα ταυτόχρονα. Ο Αρης θέλει να πει μια ιστορία, να συγκινήσει. Σήμερα έχει παραγίνει το κακό, δεν μπορείς να μιλήσεις για την πατρίδα σου, μην και σε πουν εθνικιστή. Καμιά φορά δεν ξέρεις τι θα κάνει κάποιον να σε πει φασίστα».

Το λέτε από προσωπική εμπειρία…

«Ναι, το έχω υποστεί, επειδή είχα διαφορετική άποψη από το κυρίαρχο ρεύμα. Και μάλιστα από τις δύο πλευρές. Παλιότερα, που είχα εκδηλωθεί για τους μετανάστες, είχα φάει πολύ βρισίδι. Μετά έφαγα βρίσιμο από τους αριστερούς γιατί ήμουν με το «Ναι». Πιστεύω ότι αν κάποιος σέβεται τον εαυτό του πρέπει να φάει βρίσιμο και από τις δύο πλευρές. Δεν μπορεί ένας ελεύθερος άνθρωπος να συμφωνεί πάντα με τη μία πλευρά – κάτι λάθος θα κάνει».

Τι σας κίνησε το ενδιαφέρον;

«Πρώτα-πρώτα μου αρέσει να δουλεύω με τον Μπινιάρη. Εχει έναν τρόπο να σε κάνει να χάνεσαι – σωματικότητα, μουσική. Μου αρέσει να εμπιστεύομαι το σώμα μου πιο πολύ από το μυαλό μου. Είναι ένα παιχνίδι, και ένα ωραίο θέαμα, ίσως μελό. Συγκινεί, δεν είναι εγκεφαλικό».

Πάμε τώρα στους «Ενηλίκους στην αίθουσα».

«Ολη αυτή η ιστορία της ταινίας εμένα με απελευθέρωσε. Με έφερε απέναντι σε εκείνη την περίοδο και στον εαυτό μου, με λανθάνοντα τρόπο, υπό την έννοια ότι έπαιξα τον άνθρωπο που έκανε αυτό που δεν ήθελα να γίνει. Κατάλαβα τι ποσοστό σκέψης και φόβου είχα τότε προκειμένου να εκφραστώ πολιτικά».

Δηλαδή αλλάξατε γνώμη;

«Κατάλαβα ότι τότε φοβόμουν. Ο Βαρουφάκης ήταν αυτός που ήταν και έλεγε αυτά που έλεγε – παρακολουθούσα τα άρθρα του από πριν, αλλά κατάλαβα ότι φοβόμουν πως δεν έχει τις απαραίτητες πλάτες για να τα κάνει. Σε πολλά συμφωνούσα. Ταυτόχρονα άκουγα και τους άλλους. Ποτέ δεν πίστεψα ότι εκεί μέσα κουμάντο έκανε ο Γιάνης. Χωρίς να έχω ιδιαίτερη προτίμηση στα μνημόνια, φοβόμουν την εναλλακτική. Ενιωθα ότι ο συσχετισμός ανθρώπων και δυνάμεων, στην εδώ κυβέρνηση και στην Ευρώπη, ήταν η τέλεια συνταγή για ένα μεγαλοπρεπέστατο ατύχημα».

Αρα;

«Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιάνη κατάλαβα ότι δεν είναι η λογική που πρυτανεύει στα Eurogroup, αλλά η πολιτική κυριαρχία επί του αντιπάλου, που εκπορεύεται από την απλή, ανθρώπινη ανεπάρκεια. Αυτό διατρέχει την πολιτική εξουσία».

Σας εξέπληξε η πρόταση από τον Κώστα Γαβρά;

«Ναι, βέβαια. Ηξερα ότι η ταινία θα γινόταν με άλλον. Ο Γαβράς ήρθε να με δει στο θέατρο – έπαιζα Πίντερ στο Τέχνης, μιλήσαμε λίγο και το ίδιο βράδυ μου ήρθε μήνυμα να πάμε για φαγητό. Δεν φαντάστηκα ποτέ ότι θα μου πρότεινε, έξι εβδομάδες προτού αρχίσουν τα γυρίσματα, να κάνω τον Βαρουφάκη. Μάλλον ήταν κι εκείνος σε απελπισία».

Είπατε αμέσως ναι;

«Θα έλεγα, αλλά είχα ένα γεμάτο πρόγραμμα. Του ζήτησα λίγο χρόνο. Αποφάσισα όμως ότι έπρεπε να το κάνω. Εγινα πολύ δυσάρεστος γιατί παράτησα δουλειές που είχα κλείσει – ζήτησα συγγνώμη, με βρίσανε. Είναι μερικά πράγματα που όταν σου έρχονται δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν ήρθαν. Ηξερα ότι θα είναι μια ταινία hard rock. Με είχε στοιχειώσει. Επρεπε να το κάνω – αλλιώς θα πέθαινα».

Τι καθόρισε την επιλογή σας;

«Ολα, με πρώτο τον Γαβρά. Εμείς οι έλληνες ηθοποιοί έχουμε την περιέργεια να δούμε πώς είναι να δουλεύεις με κάποιον σαν τον Γαβρά. Πότε θα μου ξανατύχει; Και μάλιστα τέσσερα χρόνια μετά από τότε που συνέβησαν τα γεγονότα. Βρήκα επιπλέον ότι ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να βάλουμε πάνω στο χειρουργικό τραπέζι αυτό το γεγονός. Εννοείται ότι δεν περίμενα να έχει κανενός είδους αντικειμενικότητα. Δεν θα είχε νόημα.

Ξέρω ότι οι περισσότεροι έχουν ήδη αποφασίσει τι είναι η ταινία προτού τη δουν. Οσοι πάνε να τη δουν μπορεί να βρουν κάτι που δεν ήξεραν, μια άλλη οπτική. Ο Γαβράς μας έλεγε ότι η ταινία έχει τη δική του οπτική. Ως ευρωπαίος πολίτης ήθελε να μιλήσει συνολικά για το οικοδόμημα που λέγεται Ευρώπη».

Δικαιώνοντας το πρόσωπο που θεωρήθηκε επικίνδυνο για τη χώρα;

«Ναι, ναι. Είναι η ιστορία του ανθρώπου που λοιδορήθηκε ευθέως αναλογικά με το ποσό της λατρείας που είχε εισπράξει. Προτού εκλεγεί ήταν ήδη σταρ. Μετά θυμάσαι τι γινόταν; Κι όπως συμβαίνει συνήθως στην Ελλάδα, αυτόν που λατρεύουμε μετά τον μισούμε. Δεν ήταν άξιος ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Ούτε Μεσσίας, ούτε αυτός που κατέστρεψε τη χώρα. Ας είμαστε επιφυλακτικοί.

Ως άνθρωπος εγώ είμαι μετριοπαθής. Με ενδιαφέρει να πηγαίνει μπροστά η χώρα, ούτε αριστερά ούτε δεξιά. Γι’ αυτό ήμουν με το Ποτάμι – που έχει δύο όχθες.

Ναι, η ταινία μπορεί να δικαιώνει αυτή την περίοδο, αλλά νομίζω ότι είναι χρήσιμο να δούμε την άποψη αυτού του ανθρώπου. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ένας μόνον είναι υπεύθυνος για όλα τα κακά του κόσμου. Αν δεχτώ ότι ένας είναι ο σωτήρας και ένας αυτός που μας καταστρέφει, εμείς πού βρισκόμαστε; Πού είναι η δική μας προσωπική ευθύνη;».

Αντιλαμβάνομαι ότι σας γοήτευσε…

«Ναι. Γνώρισα έναν άνθρωπο που δεν έχει καμία διαφορά από αυτό που βλέπουμε. Είναι αυτό που βλέπουμε. Συμφωνώ σε πολλά μαζί του, κι ας διαφωνώ σε κάποια κομβικά. Εξυπνος, φιλομαθής, περίεργος. Συγκινούμαστε και οι δύο με κάτι μικρά πράγματα – και με κάποια μεγάλα. Οπως εγώ έτσι κι εκείνος οδηγείται κυρίως από τη συγκίνηση και όχι από προσωπικό συμφέρον, όντας φιλόδοξος, όπως κι εγώ. Νομίζω ότι και ο Γιάνης κατά βάση καλλιτέχνης είναι».

Τι κρατάτε από τη συνεργασία σας με τον Γαβρά;

«Δεν έχω ξαναγνωρίσει τέτοιον άνθρωπο στη ζωή μου, τόσο ευγενή, τόσο πράο. Χιούμορ, οξυδέρκεια, απλότητα, περιέργεια. Απαράμιλλος».

Και από τη Βενετία;

«Ε, ωραία ήταν. Από εκεί που παίζεις στον Αστέρα Τρίπολης, πας στο Οld Τrafford και στη Manchester United. Και λες «αυτό είναι γήπεδο»».