Λίγες ώρες μετά τα εγκαίνια του Μουσείου Γουλανδρή, ο διευθυντής του ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή Κυριάκος Κουτσομάλλης μας μιλάει για αυτή την σπουδαία συλλογή.

Πάνω από 1.200 άτομα πέρασαν το βράδυ της Τρίτης την πύλη του νέου Μουσείου του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή.

Στους 11 ορόφους του κτιρίου εκτίθενται 180 έργα της συλλογής του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή σε 7.250 τμ. Εκτός από τους εκθεσιακούς χώρους, το Μουσείο περιλαμβάνει βιβλιοθήκη, αίθουσα εκδηλώσεων και χώρο εστίασης.

Αν και οι αριθμοί είναι πάντα γοητευτικοί, το Μουσείο -όπως και κάθε Μουσείο- είναι πολύ περισσότερο από αυτό. Εν προκειμένω, το Μουσείο Γουλανδρή τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, έχει ήδη διαμορφώσει νέα δεδομένα στη γειτονιά του Παγκρατίου.

Όσοι βρεθήκαμε την Τρίτη στα εγκαίνια, μυηθήκαμε σε μια ιδιωτική συλλογή την οποία έχει επιμεληθεί ο διευθυντής του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή κ. Κυριάκος Κουτσομάλλης και θαυμάσαμε έργα σπουδαίας καλλιτεχνικής αξίας.

Λίγες ώρες μετά τα εγκαίνια ο διευθυντής του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή κ. Κυριάκος Κουτσομάλλης μοιράστηκε μαζί μας τη χαρά του για την ολοκλήρωση του έργου.

«Νιώθω μεγάλη ανακούφιση και χαρά που τελείωσε το έργο και δίνεται στον κόσμο» ήταν τα πρώτα του λόγια με το χαμόγελο μόνιμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.

«Η πολιτική ηγεσία αλλά και ο κόσμος αγάπησε πολύ το Μουσείο από την αρχή. Εμείς δεν μπορούμε να αυτοεγκωμιαζόμαστε. Όλοι όμως είπαν ότι θέλουν να ξανάρθουν. Τέτοια έργα, αξίζει τον κόπο να γίνονται» συνεχίζει ο ίδιος.

Σχεδόν 20 χρόνια κράτησε η διαδικασία υλοποίησης του Μουσείου, με δεκάδες προβλήματα και αλλαγές τόσο στο χώρο ίδρυσης όσο και στους αρχιτέκτονες που είχαν επιλεγεί. Μια περιπέτεια που πια τελείωσε. «Έγιναν όλα όπως έπρεπε» μου εξηγεί. «Χρειάστηκε πάλη, υπομονή, αλλά όλα τα προβλήματα είναι ανθρώπινα, όλα ξεπερνιούνται».

 

Η μέρα των εγκαινίων μπορεί να ήταν ξεχωριστή αλλά και την Τετάρτη, πρώτη τυπικά μέρα που άνοιξε το Μουσείο για το κοινό, η προσέλευση ήταν συγκινητική.

Αναρωτιέμαι πώς θα ένιωθαν σήμερα ο Βασίλης και η Ελίζα Γουλανδρή, αν μπορούσαν να δουν το μεγάλο τους όνειρο να παίρνει σάρκα και οστά.

«Θα ήταν πανευτυχείς» απαντάει ο κ. Κουτσομάλλης. «Θα ήταν σπουδαίο να έβλεπαν τα έργα να αξιοποιούνται σε αυτό το βαθμό. Να τοποθετούνται σε αυτό το υπέροχο κτίριο σε μια γειτονιά που αναβαθμίζεται συνεχώς».

 

Η κατασκευή του Μουσείου στο κέντρο της Αθήνας, ήταν απαράβατος όρος για την ίδρυσή του. Το ζευγάρι ήθελε η συλλογή των έργων να είναι άμεσα διαθέσιμη σε όλους τους Αθηναίους και ειδικά στους νέους. Για αυτό και τα εκπαιδευτικά προγράμματα έχουν ξεχωριστή θέση στον προγραμματισμό από την πρώτη στιγμή.

Σημαντικός ο καλλιτεχνικός διάλογος

Μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω τον κ. Κουτσομάλλη ποιο είναι το αγαπημένο του έργο, αν και ξέρω ότι πολύ δύσκολα θα λάβω κάποια απάντηση. «Είναι αδύνατον να τα ξεχωρίσω» απαντάει με ειλικρίνεια.

Και πώς να το κάνει άλλωστε; Ο κ. Κουτσομάλλης έχει ζήσει από πρώτη χέρι την συλλογή Γουλανδρή από το 1972. Όταν το 1968 πήγε στη Γαλλία για σπουδές πάνω στην ιστορία της τέχνης, γνώρισε το ζευγάρι και γρήγορα εκτίμησαν τις γνώσεις και την αγάπη του για την τέχνη και τον προσέλαβαν.

Με τον καιρό του εμπιστεύτηκαν την επιμέλεια της συλλογής, από την καταγραφή και τη φροντίδα των έργων, μέχρι τις ανταλλαγές σε εκθέσεις και τις δημοπρασίες.

«Είμαι ζυμωμένος με αυτά τα έργα» μου λέει ο ίδιος. «Είναι συγκινητικό να βλέπεις όμως τα τρία έργα του Van Gogh δίπλα στον Gauguin και να ξέρεις την ιστορία πίσω από τις δημιουργίες. Ξέρω πολύ καλά ότι αυτοί οι άνθρωποι κάποτε πεινούσαν στην κυριολεξία. Είχαν κατέβει στη Νότια Γαλλία το 1988 και ζούσαν σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Ο Van Gogh είχε πάει στην Άρλ και είχε νοικιάσει το λεγόμενο κίτρινο σπίτι. Εκεί καλούσε τον Gauguin, έκαναν παρέα, κάποτε μαλώνανε, κάποτε τα βρίσκανε. Από την ζωή τους βλέπεις ότι μέσα από τι δυσκολίες βγαίνει ένα έργο τέχνης» μου αφηγείται ο κ. Κουτσομάλλης.

«Το ίδιο συνέβη και με τη μικρή χορεύτρια του Degas. Στην αρχή οι κριτικοί την χλεύαζαν. Έλεγαν ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ποτέ αυτό γλυπτική και ο ίδιος το έκρυψε για χρόνια. Σήμερα είναι ένα από τα κορυφαία έργα της νεότερης ιστορίας της τέχνης» συνεχίζει την εξιστόρηση ο διευθυντής του ιδρύματος και οι γνώσεις του είναι τουλάχιστον γοητευτικές.

Κάθε πίνακας κρύβει μια δική του ιστορία και η θέση τους στο χώρο δεν είναι καθόλου τυχαία. Στο ζευγάρι άρεσε πολύ οι επιλογές των έργων να παραπέμπουν σε διαλόγους ανάμεσα στους ζωγράφους, πολλές φορές ακόμα και φανταστικούς. Έτσι εκτός από τον Cezanne, που είναι κεντρικό πρόσωπο της συλλογής και ο πρώτος μοντέρνος ζωγράφος που εντάχθηκε στην συλλογή, όλοι έχουν πάρει τη θέση τους με βάση υποκειμενικών μεν κριτηρίων αλλά βάσει κάποιου σκεπτικού.

Ο Rodin, που επί χρόνια επιθυμούσε να εκθέσει μαζί με τον Monet και κατάφερε να πραγματώσει την επιθυμία του, ο Kandinsky, που δέχτηκε το πρώτο εικαστικό του κλονισμό μπροστά και πάλι στον Monet, ο Gauguin, που δεν πούλησε τον αγαπημένο του Cézanne παρά μόνο όταν σχεδόν δεν είχε τα προς το ζην πια να φάει, ο Toulouse-Lautrec, που ανέφερε ως μοναδικό του πρότυπο τον Degas.

Ο Van Gogh, που τόσες ελπίδες έτρεφε για τη συγκατοίκησή του με τον Gauguin, προτού η ψυχική του υγεία κλονιστεί, ο Klee, που έζησε τις ίδιες ζοφερές ώρες με τον Kandinsky όταν έκλεισε το Bauhaus, o Braque, που βρισκόταν στη Νορμανδία μαζί με τον Léger όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, το 1939, ο Miró και ο Giacometti, που αντιτάχθηκαν σθεναρά, καθένας με το δικό του τρόπο, στους κανόνες του σουρεαλισμού που είχε επιβάλει ο André Breton.

O De Chirico και ο Hélion, που επέλεξαν να κινηθούν ενάντια στο ρεύμα και να επιστρέψουν σε μια πιο συμβατική ζωγραφική, πληρώνοντας την επιλογή τους με το τίμημα της απομόνωσης.

Πάμπλο Πικάσο: Γυμνή Γυναίκα με σηκωμένα χέρια

 

«Πρέπει να τολμά κανείς να αποφεύγει την στατικότητα»

«Η ιστορία του Monet όταν έφτιαχνε τον Καθεδρικό Ναό της Ρουέν μας δείχνει το όραμα αυτών των καλλιτεχνών. Ο Monet δεν ζούσε για την δόξα, αλλά επειδή πίστευε σε κάτι και αναζητούσε πειραματισμούς σε αυτό που έκανε. O Monet είδε ότι το φως επηρεάζει πώς επιδρά το αντικείμενο στο χώρο και πώς αποδίδεται κάθε διαφορετική στιγμή της ημέρας. Είχε στήσει δέκα τελάρα μπροστά από το ναό και κάθε μία ώρα ζωγράφιζε το καθένα. Μέσα από τέτοιες πρακτικές βγαίνουν έργα που είναι πειραματισμοί, που μας οδήγησαν να υποψιαστούμε ότι δεν είναι κάτι το επιδερμικό. Τα προτεινόμενα από αυτούς τους πρωτοπόρους εμβληματικά έργα, ανοίγουν ένα παράθυρο στον κόσμο. Όταν ο αποδέκτης έχει την θέληση να μάθει, θα οδηγηθεί σε μεγάλα ρεύματα της τέχνης».

Θα μπορούσα να ακούω τον κ. Κουτσομάλλη να μιλάει για ώρες. Οι ιστορίες πίσω από κάθε πίνακα, η δική του ανάλυση, μπορεί να ανοίξει πραγματικά ένα νέο παράθυρο στον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι την τέχνη, ακόμα και αν είσαι μυημένος σε αυτή.

Σκοπός των ανθρώπων του Μουσείου είναι, εκτός από την ευκαιρία που θα έχουν όλοι οι Αθηναίοι και οι τουρίστες της πόλης να θαυμάσουν τη συλλογή, να γίνει μέρος της καθημερινότητάς της. Να μην πάει κάποιος μια φορά, αλλά να το επισκέπτεται συχνά. Για αυτό και ένα μέρος της συλλογής, κυρίως των ελλήνων ζωγράφων, θα εναλλάσσεται συχνά. Υπάρχουν άλλωστε αριστουργήματα ανάμεσα στους 400 περίπου πίνακες ξένων και 200 ελλήνων ζωγράφων που δεν χώρεσαν σε αυτή την πρώτη παρουσίαση.

Το πορτρέτο της Ελίζας Γουλανδρή από τον Marc Sagal

 

Κλείνοντας την συζήτηση με τον κ. Κουτσομάλλη, και δίνοντας την υπόσχεση για πιο πολλές συναρπαστικές ιστορίες στο μέλλον, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον Picasso.

Η γνωριμία του ζευγαριού με τον μεγάλο δημιουργό υπήρξε καταλυτική για την συλλογή, καθώς τους έφερε σε επαφή και με άλλους κορυφαίους εκφραστές του κυβισμού. Ο Βασίλης και η Ελίζα Γουλανδή είχαν ήδη αποκτήσει Kandinsky, Klee και Miro και ήταν πια έτοιμοι για ένα έργο που άλλαξε την ιστορία της τέχνης.

Γιατί μπορεί οι Δεσποινίδες της Αβινιόν να είναι το διασημότερο ίσως έργο της περιόδου, αλλά στη Γυμνή Γυναίκα με σηκωμένα χέρια είναι πολύ πιο άμεση η στροφή του Picasso στον κυβισμό.

Στο Μουσείο εκτίθενται δύο έργα του καλλιτέχνη της πρώιμης εποχής, όπως το νέο αγόρι του 1905, που πιστοποιούν τη μεγάλη αλλαγή στην τεχνική του μέσα σε μόλις δύο χρόνια.

«Ο επαναστάτης, ο αδίστακτος ζωγράφος που τόλμησε να ανατρέψει όλα τα μακροχρόνια αισθητικά κριτήρια, έφτασε στο απόγειο ακριβώς για αυτό» μου εξηγεί ο κ. Κουτσομάλλης. «Εμβληματικά έργα που μας βάζουν σε ένα προβληματισμό. Που μας δείχνουν πως πρέπει να τολμά κανείς να αποφεύγει την στατικότητα», καταλήγει ο ίδιος και δεν μπορεί κανείς να διαφωνήσει μαζί του.