O Ανδρέας Αποστόλου είναι μια ήρεμη δύναμη. Ο μουσικός που βρίσκεται εδώ και τριάντα χρόνια στο πλευρό του Βασίλη Παπακωνσταντίνου αλλά και ο σπουδαίος πιανίστας, ο ταλαντούχος ενορχηστρωτής και ηχολήπτης.

Είναι ο άνθρωπος που παίζει στα θρυλικά «Όλα από χέρι καμένα» και «Χορεύω» αλλά και αυτός που ξεκινάει να παίζει στα πλήκτρα την μελωδία του «Να κοιμηθούμε αγκαλιά» και παραληρεί το κοινό σε κάθε συναυλία.

Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί ο δίσκος «Μεσημέρι… στον παράδεισο» με στίχους του φίλου του Σταμάτη Μεσημέρη τον οποίο έχει επιμεληθεί και ενορχηστρώσει ο ίδιος μαζί με το Γιάννη Γιοκαρίνη ο οποίος έγραψε και τη μουσική, ενώ το τραγούδι «Αποτσίγαρα» σε δική του μουσική περιλαμβάνεται στο νέο δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου με τίτλο «Μπλέξαμε».

Σε λίγες ώρες ο Ανδρέας και η υπόλοιπη παρέα θα ανέβει στο Θέατρο Βράχων στο Βύρωνα για να ξεκινήσει και ουσιαστικά η καλοκαιρινή περιοδεία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

Ο Ανδρέας μιλάει στο in.gr για το ξεκίνημα της πορείας του, τον Βασίλη, τον Μεσημέρη αλλά και την αγάπη του για την ενορχήστρωση και τονίζει ότι όσες -χιλιάδες- φορές και να παίξει τον «Κουρσάρο» πάντα θα το κάνει με την ίδια αγάπη.

Μόλις κυκλοφόρησε ο δίσκος «Μεσημέρι… στον παράδεισο» με 14 τραγούδια σε στίχους Σταμάτη Μεσημέρη. Πόσο στενά συνδεόσουν με τον τραγουδοποιό;

Τον Σταμάτη τον γνώρισα το 1989 όταν κάναμε τον δίσκο «Χορεύω» του Βασίλη, όπου έγραψε το «Ελλάς», το «Πόσες φορές» και το «Όχι σε όλα». Με το που ήρθε είπα αυτός είναι ο άνθρωπός μου και από τότε γίναμε αχώριστοι. Ήταν ο κολλητός μου, ο αγαπημένος μου φίλος. Κάναμε πολλά πράγματα μαζί. Ήταν ο άνθρωπος που είχαμε στούντιο στις δέκα η ώρα το πρωί, που είναι λίγο αφύσικο για μουσικό να ξυπνάει και να πηγαίνει στις δέκα στο στούντιο, συναντιόμασταν και κάναμε πάρα πολύ δημιουργική δουλειά. Μου άρεσε πάρα πολύ να δουλεύω στο στούντιο μαζί του. Ήταν ένας άνθρωπος που σε έσπρωχνε να δημιουργείς. Να σου πω πως άπειρες φορές μου είχε δώσει στίχους για να γράψω. Δεν είχα ποτέ την ανάγκη να γράψω και τον απογοήτευα πάντα σε αυτό.

Εγώ εκτονωνόμουν και εκτονώνομαι πάρα πολύ είτε στο live παίζοντας, είτε ενορχηστρώνοντας. Όποτε η μουσική μου εκτόνωση υπάρχει από αυτούς τους δύο παράγοντες και δεν περισσεύει ιδιαίτερα για να συνθέσω, παρόλο που και η ενορχήστρωση εμπεριέχει συνθέσεις μέσα στη σύνθεση. Πολλές εισαγωγές που ακούτε σε τραγούδια ή διάφορα κομμάτια μέσα στα τραγούδια είναι του ενορχηστρωτή. Αυτά θα μπορούσαν να είναι ξεχωριστά κομμάτια.

Αυτό ήταν το μεγάλο του μαράζι για εμένα. «Γιατί δεν κάνεις κάτι σαν παρακαταθήκη για τα παιδιά σου;» Δεν μου βγήκε ποτέ και δεν το έκανα. Τώρα τελευταία που μου βγήκε, έδωσα ένα τραγούδι στο Βασίλη στον καινούργιο του δίσκο «Μπλέξαμε», το «Αποτσίγαρα» σε στίχους της Σάννυς Μπαλτζή.

Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σου με τον Μεσημέρη;

Με φώναξε μια μέρα σε ένα ωραίο καφέ εκεί που έπαιζε στο Νέο Ηράκλειο, το «Μαντείο», και του έγραψα το live με δύο μικρόφωνα. Το κυκλοφόρησε, το έκανε 4πλό cd με τίτλο «Ονείρου χρώματα – Πού ταξιδεύει ο καπνός του Ινδιάνου». Περιείχε δικά του τραγούδια κυρίως, πολλά από αυτά ανέκδοτα που κάποια κυκλοφόρησαν αργότερα. Μετά κάναμε ένα δίσκο λαϊκό, τα «Πέτρινα καράβια».

Ήταν στίχοι-μουσική δικοί του, εγώ έκανα την ενορχήστρωση και τα τραγούδησε ο Στέλιος Γαλανός, ένας καταπληκτικός άνθρωπος και πολύ καλός τραγουδιστής, ερασιτέχνης. Αμιγώς λαϊκός δίσκος… Μετά κάναμε το «Ερωτοβρόχι» με τον Αλέξανδρο Χατζή σε στίχους του Σταμάτη και μουσική του Σταμάτη και του Σάκη Τσιλίκη. Στη συνέχεια κάναμε τα «Βατόμουρα», μια πολύ δημιουργική δουλειά για μένα, που τραγούδησε ο Βασίλης. Τελευταία δουλειά που κάναμε ήταν τα «Ξυπόλητα φεγγάρια» όπου εκεί εκτός από τις ενορχηστρώσεις, έκανα και την ηχοληψία. Είναι επίσης μια δουλειά για την οποία καμαρώνω και θα τη θυμάμαι για πάντα..

Ο Σταμάτης είχε ένα μοναδικό τρόπο να σε «πουσάρει» για δημιουργία χωρίς να το καταλαβαίνεις, οπότε ήμουν τόσο «φορτσάτος» σ’ αυτή τη δουλειά που έκανα πράγματα που μέσα σε ένα κομμάτι μπορείς να ακούσεις δυο-τρία διαφορετικά κομμάτια ας πούμε, με θέματα, εισαγωγές… Είναι μια δουλειά που πραγματικά καμαρώνω γι’ αυτή και «φταίει» ο Σταμάτης γι’ αυτό. Λίγο μετά από αυτό αρρώστησε και έφυγε. Και βεβαίως, μετά που έφυγε από τη ζωή, κάναμε μια δουλειά-αφιέρωμα με δικούς του στίχους σε μουσική του Σάκη Τσιλίκη, τα «Παιδιά της ανάγκης» όπου τραγούδησαν διάφοροι τραγουδιστές.

Πως προέκυψε ο δίσκος «Μεσημέρι… στον παράδεισο»;

Λίγο πριν φύγει ο Σταμάτης φωνάζει τον Γιοκαρίνη, που ήταν κοινός μας φίλος, στο νοσοκομείο και του δίνει ένα πακέτο με 35-40 στίχους. Του λέει πάρτα και να τα προσέχεις, κάνε παιχνίδι. Με παίρνει τηλέφωνο και μου το λέει ο Γιάννης και του λέω κάποια στιγμή, όταν βρω λίγο χρόνο, θα ασχοληθούμε.

Το 2015 έρχεται σπίτι μου ο Γιάννης με 40 τραγούδια έτοιμα σε cd. Μου λέει ‘θα το κάνουμε;’ του απαντάω ‘με χίλια’. Εγώ είχα μια ιδέα να βάλουμε ανθρώπους να τα τραγουδήσουν, να μας βοηθήσουν. Ξεκαθάρισα 18 τραγούδια και με μια δεύτερη διαλογή τα φτάσαμε στα 14. Εκεί άρχισε ο αγώνας, γιατί δεν είναι εύκολο, όταν δεν είναι δουλειά για κάποιον να αφήσει όλες του τις δουλειές και να έρθει.
Σχεδόν όλοι στους οποίους απευθύνθηκα ήρθαν. Βρήκαμε με το Γιάννη ποιο κομμάτι πάει περισσότερο σε ποιον και έτσι μπήκαμε στο δρόμο του να το γράψουμε, που ήταν επίσης πολύ δύσκολο.

Μπαίνουμε στη διαδικασία του να προσεγγίσουμε τους τραγουδιστές, τους κλειδώνουμε και μπαίνουμε και ξεκινάμε τις ηχογραφήσεις. Ήταν δύσκολο να βρίσκουμε χρόνο και με τους καλλιτέχνες αλλά και με το στούντιο.  Παρόλο που το στούντιο είναι δικό μου, έπρεπε να βρω χρόνο που δεν δουλεύει. Τελικά φέτος το χειμώνα το τελειώσαμε και απευθύνθηκα στον αγαπημένο μου φίλο Βασίλη, ο οποίος με ξελασπώνει σχεδόν πάντα και αποφάσισε να το εκδώσει εκείνος στη δική του εταιρεία. Στο δίσκο συμμετέχουν: Γιάννης Γιοκαρίνης, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Locomondo, Εκείνος + Εκείνος, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Κίτρινα Ποδήλατα, Νίκος Ζιώγαλας, Gadjo Dilo, MAgic de Spell, Γιάννης Μηλιώκας, Αδρέας Αποστόλου, Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος, Stavento.

Ο δίσκος θα κυκλοφορήσει σε δύο συσκευασίες και θα είναι διαθέσιμος στις 21 Ιουλίου στην πρώτη συναυλία του Βασίλη στο Θέατρο Βράχων στο Βύρωνα.. Η μία θα εμπεριέχει βινύλιο και cd και μια μόνο του το cd. Κρίμα που δεν μπορεί να το δει ο Σταμάτης το βινύλιο, το αγαπούσε πολύ… Ακόμα, σκεφτόμαστε να το παρουσιάσουμε κάποια στιγμή τον Οκτώβριο για να το ακούσουμε και live.

Θα του άρεσε του Σταμάτη αν τον άκουγε;
Ναι, πολυ… Θα γινόταν καλά από την χαρά του!

Παίζεις μαζί με το Βασίλη σχεδόν 30 χρόνια, πώς είναι να συνεργάζεσαι με τους ίδιους ανθρώπους στη σκηνή για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;

Κάθε φορά μπορεί να σου θυμίζει όλες τις άλλες φορές, αλλά είναι ξεχωριστή γιατί κάτι άλλο συμβαίνει. Κάτι άλλο γίνεται ή στη σκηνή ή από κάτω, ή ο Βασίλης κάνει κάτι ή από μας, που την κάνει μοναδική. Μπορεί ας πούμε στο ταξίδι για το Ναύπλιο να με έφτιαξε που είδα τα λιβάδια με το ωραίο ηλιοβασίλεμα και να πήγα με άλλη διάθεση στη συναυλία.

Αλλά παίζεις σε μεγάλο βαθμό το ίδιο υλικό.

Το υλικό είναι ίδιο αλλά το αγαπάμε, είναι μέρος της ζωής μας. Υπάρχουν κάποια τραγούδια που στον καθένα μπορεί να μην αρέσουν. Εγώ έχω τέτοια τραγούδια, που δεν μου άρεσαν από την αρχή που τα έπαιξα αλλά έπρεπε να τα παίξω για να συνοδέψω το Βασίλη. Αυτά τα τραγούδια δεν θέλω να τα παίζω. Είτε τότε, είτε τώρα. Ας πούμε τον «Κουρσάρο» θα τον παίζω πάντα με την ίδια αγάπη. Και το «Φοβάμαι».

Εγώ προσωπικά αντισταθμίζω την βαρεμάρα (να το κάνουμε ρουτίνα) του ίδιου υλικού με άλλες δημιουργικές δουλειές. Δεν πλήττω. Δεν παίζω μόνο τον Κουρσάρο στη ζωή μου πια. Παίζω και για πάρτη μου σπίτι μου ακόμα και όταν δεν κάνω κάτι δημιουργικό για κάποιον άλλο. Είναι η ανάγκη μου αυτή. Αν δεν το’ κανα υπήρχε περίπτωση να ανέβαινα στη σκηνή και να έλεγα ‘τι κάνω εγώ εδώ’.

Πώς πέρασες από το πιάνο στην ενορχήστρωση;

Από μικρός γενικά είχα αρχηγικές τάσεις ακόμα και στην παρέα. Δυστυχώς ή ευτυχώς.

Αλλά δεν ερχόταν αυτό τυχαία. Είχα αρχηγικές τάσεις αλλά είχα και την πρόταση, είχα ένα σχέδιο σε ότι έκανα. Ακόμα και στο ποδόσφαιρο που έπαιζα με τους φίλους μου.

Έτσι γινόταν και με τις πρώτες μπάντες που είχα πιτσιρικάς. Σπούδαζα κλασικό πιάνο και ήμουν εγώ αυτός που αποφάσιζε, ίσως γιατί είχα και τις περισσότερες γνώσεις. Οπότε μου έμεινε αυτό στο χαρακτήρα μου. Σιγά σιγά έδινα μεγάλη βάση σε αυτό που άκουγα και πως φτιαχνόταν. Άκουγα ένα τραγούδι και μετά απομόνωνα το κάθε όργανο. Είχα από μικρός αυτή την ιδιοτροπία να ακούω πώς παντρεύεται το ένα όργανο με το άλλο και τι αποτέλεσμα είχε.

Πώς όμως η εμμονή αυτή έγινε επαγγελματική δουλειά;

Εγώ σπούδασα και Προγραμματισμό Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Όταν οι υπολογιστές ήταν ακόμα άγνωστη λέξη. Όταν άρχισε να εφαρμόζεται η μουσική στους υπολογιστές μου άνοιξε η όρεξη. Ξαφνικά βρήκα πεδίο να πειραματίζομαι. Πάλευα όλη μέρα με το να συνθέτω τραγουδάκια, φράσεις, μουσικές που δεν τις έκανα ποτέ τίποτα για να δω πως ακούγονται τα διάφορα όργανα μεταξύ τους. Αυτή η ιστορία μου άνοιξε πάρα πολύ τους ορίζοντες. Ήταν η αρχή για μένα για να πω ότι θέλω να ενορχηστρώνω. Μετά το ένα έφερε το άλλο. Όλη η διαδικασία έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Είναι σαν να πετάς ένα παιδί σε ένα δωμάτιο με playmobil και να το αφήνεις να κάνει ότι θέλει.

Πολύ γρήγορα όμως έκανες και σημαντικές συνεργασίες, όπως με τον Βασίλη.

Ο Βασίλης είναι ένας άνθρωπος που δίνει χώρο στους νέους. Το κάνει αυτό. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος εμπιστεύεται. Μεγάλη πρόκληση για εμένα ήταν το 2016 το μεγάλο φεστιβάλ που διοργάνωσε ο Σταυρός του Νότου στην Τεχνόπολη με τη συμμετοχή 75 τραγουδιστών. Όταν μου ετέθη το project είπα ‘ναι’ με τα χίλια, αλλά μόλις συνειδητοποίησα τι πήγα να κάνω, ήθελα να κάνω πίσω.

Ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κάνει μέχρι σήμερα. Στην περιοδεία την καλοκαιρινή όλοι χαλάρωναν και εγώ έγραφα παρτιτούρες. Εστέφθη όμως με μεγάλη επιτυχία. Ήταν μεγάλη δικαίωση για εμένα.

Μίλησε μας για τα live που κάνεις με την Φρόσω Στυλιανού.

Έχουμε φτιάξει ένα τρίο με δύο φοβερούς μουσικούς, τον Γιώτη Κιουρτσόγλου και τον Στέφανο Δημητρίου. Παίζουμε το δικό της υλικό κυρίως αλλά και διασκευές. Η Φρόσω είναι πολύ καλή μουσικός και είναι σεβαστή η άποψή της. Εντάξει, στην πράξη μπορεί ο κάθε μουσικός που έχει προσωπικότητα να βάζει και δικά του στοιχεία στο κάθε κομμάτι. Η Φρόσω είναι πολύ δουλευταρού και επιμελής και πραγματικά τη ζηλεύω σε αυτό. Είναι διεξοδική και στήνει όλο το πρόγραμμα με μεγάλη επιτυχία.

Θα συνεχίσετε και τον επόμενο χειμώνα;

Αυτός είναι ο στόχος, αλλά δεν ξέρω με ποιόν ακριβώς τρόπο. Πάντως θέλουμε να συνεχιστεί.

Πότε ξεκίνησες να παίζεις επαγγελματικά;

Επαγγελματικά ξεκίνησα να παίζω όντας φαντάρος γιατί είχα την τύχη να είμαι στη στρατιωτική ορχήστρα και εκεί γνώρισα πολλούς μουσικούς. Πρωτοπαίξαμε σε μια παμπ στη Λεωφόρο Δεκελείας, λεγόταν Ρενεσανς. Πληρωθήκαμε με μπύρες και 100 δραχμές. Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία.

Ήξερες από τότε με τι ήθελες να ασχοληθείς;

Όχι, καθόλου. Το σχέδιο ήταν ότι αφού έγινα προγραμματιστής και είχα το πτυχίο στα χέρια μου, να μπω σε μια πολύ μεγάλη εταιρεία. Θα πήγαινα με μέσον στα γραφεία του Λαναρά στην Κηφισίας.

Αφού μπαίνει το μέσον, ο κουμπάρος, ο κολλητός και αφού ήρθε από τη Νάουσα για αυτό το λόγο και αφού με γνώρισε σε όλους τους διευθυντές. Λέω, παιδιά πού έχει μια καφετέρια να πιω καφέ; Βγήκα έξω, πήρα ένα ταξί και έφυγα. Και όταν γύρισα και το είπα στους δικούς μου έμειναν άφωνοι. Μέχρι εκείνη την ώρα ακόμα δεν ήξερα τι θέλω να κάνω. Μετά έπαιξα σε μια πιτσαρία στη Νέα Ιωνία, την Μουλέν Ρουζ και εκεί κατάλαβα ότι θέλω να γίνω μουσικός. Μετά σιγά σιγά ήρθαν όλα μόνα τους. Δούλεψα στη συνέχεια σε κρουαζιερόπλοια στην Καραϊβική, σε αναψυκτήρια, με τον Οικονομίδη στο Πεδίον του Άρεως, σε σκυλάδικα.

Ποτέ δεν σκέφτηκες ότι μπορεί να έκανες κάτι άλλο;

Όχι ποτέ. Στη ζωή μας διαλέγουμε πράγματα, το θέμα είναι να μπορούμε να αποδεχτούμε ότι μπορεί να έχουμε κάνει και λάθος. Θα μπορούσα να έχω τη μουσική και να τη λατρεύω ακόμα με έναν τρόπο ερασιτεχνικό. Αλλά ήθελα όλο το πακέτο.

Με τον Βασίλη πως ξεκίνησε η συνεργασία;

Καταρχάς είμαστε συντοπίτες και έχουμε πολλούς κοινούς φίλους. Ένας από αυτούς είναι ο Βαγγέλης Πατεράκης που παίζουν μαζί από παιδιά. Έπαιζα σε μια ταβέρνα στο Γαλάτσι και ήρθε ο Βασίλης μαζί με την Τσανακλίδου που ήταν ζευγάρι τότε και τον Πατεράκη να με δουν μετά τη συναυλία στο Νέο Φάληρο. Έψαχναν για πλήκτρα και οι γονείς μου ήταν φίλοι με τους γονείς του Πατεράκη και έτσι με πρότεινε. Ήρθαν και με άκουσαν, του άρεσε όπως έπαιζα και μετά από λίγο καιρό παίξαμε μαζί στο Άλσος του Οικονομίδη, το 1986, στην παράσταση «Σόου Κατς» με τον Μπονάτσο, την Αργυροπούλου, τον Γιοκαρίνη, τον Μπουλά, τον Σουγκλάκο και τον Πεφάνη. Το ’87 πήρε τους Νορμάλ για δύο χρόνια, έκαναν τα “Χαιρετίσματα” και περιοδείες. Μετά ξαναφώναξε εμένα και κάποιους άλλους μουσικούς και από τότε είμαστε μαζί. Το 1988 με φώναξε να κάνουμε το «Όλα από χέρι καμένα» του Κώστα Τριπολίτη με τον Θάνο Μικρούτσικο και μετά κάναμε και περιοδεία. Από τότε παίζουμε μαζί με ένα διάλειμμα που έκανα εγώ και έπαιξα στο Σταυρό του Νότου.

Στη δισκογραφία μπήκες πιο πριν, πριν το Βασίλη και το «Όλα απο χέρι καμένα»;
Ναι, έχω παίξει σε διάφορους δίσκους πριν, Στο δίσκο “Μπουλάς Ελλάς” του Σάκη Μπουλά, έχω παίξει σε κάποια κομμάτια με τη Σοφία Βόσσου, όπως και με τον Αντρέα Μικρούτσικο.

Τριάντα χρόνια περιοδείες, γυρίζετε Ελλάδα, Κύπρο, εξωτερικό. Πώς είναι η εμπειρία;

Είναι πολύ ωραίο. Σε όλα τα πράγματα υπάρχουν δυό όψεις. Γυρίζοντας, δεν μπορείς να είσαι εύκολα με την οικογένειά σου και αυτό το πλήρωσα. Ο μουσικός γυρίζει τις γιορτές κυρίως, οπότε πολλές φορές τα παιδιά μου δεν με είδανε γιορτές.

Καλλιτεχνικά έρχεσαι κοντά με ένα κοινό που δεν έχει την ευκαιρία να σε δει. Αυτό έχει ενδιαφέρον. Είναι ωραίο να γυρίζεις. Υπάρχουν πάντα δύο όψεις. Αλλά έχω κάνει και πρωτοχρονιά χωρίς τα παιδιά μου, τις περισσότερες φορές με ότι αυτό συνεπάγεται. Με τύψεις κτλ.

Γράψτε το σχόλιο σας