Ήταν τέλη του 19ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της Βιικτωριανής Εποχής, όταν η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου δεν ήταν τόσο δημοφιλής όσο είναι σήμερα, τουλάχιστον όχι για όλους. Υπήρχαν βεβαίως και τότε εκείνοι που έβρισκαν μια ωραία ευκαιρία να εκφράσουν τον έρωτά τους στον/στη σύντροφό τους, με κάρτες, δώρα, γλυκά, και άλλους περισσότερο ευφάνταστους τρόπους. Παράλληλα όμως, και σε αντίθεση με σήμερα, η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους… άτυχους του έρωτα να εκφράσουν την απογοήτευση, την πικρία, τον θυμό, ακόμα και το μίσος τους στα πρόσωπα εκείνα που δεν έπεσαν στον ερωτά τους…

Έτσι λοιπόν, εκτός από τις πατροπαράδοτες αγαπησιάρικες κάρτες υπήρχαν κι εκείνες που αποκαλούνταν «Vinegar Valentines». Ήταν διακοσμημένες με καρικατούρες και σατιρικές εικόνες -ενίοτε ελαφρώς σόκινγκ- με στόχο να χλευάσουν τον/την παραλήπτη και να προκαλέσουν την ενόχλησή του.

Ήταν διαθέσιμες σε καταστήματα από την Αμερική μέχρι την Ευρώπη και πρωταγωνιστούσαν δίπλα στις όμορφες κάρτες του Αγίου Βαλεντίνου με τις καρδιές και τα λουλούδια.

 

Η παράδοση ξεκίνησε από τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1840 και κράτησε έως τα μέσα του 20ου αιώνα, γνωρίζοντας μάλιστα μεγάλη επιτυχία αφού οι κάρτες μίσους αποτελούσαν το 50% των καρτών που πωλούνταν κάθε χρόνο την ημέρα εκείνη.

 

Η δημιουργία των καρτών βασιζόταν σε φτηνά υλικά, οπότε το μικρό κόστος τους, επέτρεπε σε όλους ανεξαιρέτως να εκφράσουν τα αισθήματα μίσους και απογοήτευσης σε γείτονες, εχθρούς ή και φίλους.

 

Κάποιοι θεωρούσαν τις κάρτες άκομψες και ηθικά μη αποδεκτές. Ο Τύπος, μάλιστα, δεν δίστασε να κατηγορήσει τους κατασκευαστές καρτών για υποκίνηση αντικοινωνικής συμπεριφοράς και ενθάρρυνση συμπεριφορών μίσους.

 

 

Η τάση αυτή σταδιακά παρήκμασε καθώς συνέβησαν διάφορα θλιβερά γεγονότα, όπως π.χ. αυτοκτονίες και δολοφονίες ανθρώπων απογοητευμένων από το γεγονός ότι ο έρωτάς τους δεν έβρισκε ανταπόκριση. Το 1940 ήταν η τελευταία φορά που ανταλλάχθηκαν κάρτες μίσους την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.