Η Κέα, ευρέως γνωστή ως Τζια, έχει πιστούς φίλους και τακτικούς επισκέπτες, καθώς είναι ένας τόπος με ιδιαίτερη φυσιογνωμία και θαυμάσια ύπαιθρο.

Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, το νησί του συμπλέγματος των Κυκλάδων οφείλει την ονομασία του στον ήρωα Κέω, που το κατέλαβε επικεφαλής Λοκρών.

Κυρίαρχη μυθική μορφή της Κέας υπήρξε ο Aρισταίος, γιος του Aπόλλωνα και της Νύμφης Κυρήνης. Επικεφαλής Αρκάδων, έσωσε το νησί από τα κυνικά καύματα (καύσωνες) που το απειλούσαν, ιδρύοντας τη λατρεία του Ικμαίου Διός και εξασφαλίζοντας δροσερούς ανέμους, τα γνωστά μελτέμια (ετησίαι).

Η αρχαιολογική έρευνα κατέδειξε ότι το νησί κατοικήθηκε πρώτη φορά στους Ύστερους Νεολιθικούς Χρόνους (ακρωτήριο Κεφάλα, 3300-3200 π.Χ.) και γνώρισε περίοδο πολιτιστικής ακμής κατά την Εποχή του Χαλκού (οικισμός Αγίας Ειρήνης, περίπου 3000-1100 π.Χ.).

Η περίοδος από την πτώση των μυκηναϊκών βασιλείων έως τη Γεωμετρική Εποχή παραμένει άγνωστη, ενώ κατά τους Γεωμετρικούς Χρόνους (μέσα 11ου-8ος αιώνας π.Χ.) κατοικήθηκε πρώτη φορά η ακρόπολη της Καρθαίας.

Κατά τους Αρχαϊκούς Χρόνους (7ος-6ος αιώνας π.Χ.) ιδρύθηκαν τέσσερις πόλεις-κράτη, που συνδέονταν μεταξύ τους με πυκνό οδικό δίκτυο: η Ιουλίς, η Καρθαία, η Κορησσός και η Ποιήεσσα. Η πρώτη βρισκόταν στην ενδοχώρα, οι υπόλοιπες ήταν παράκτιες πόλεις με λιμάνια.

H Ιουλίς, χτισμένη σε ένα ύψωμα της πρωτεύουσας του νησιού, περιβαλλόταν από δύο σειρές τειχών και είχε θέα στο βόρειο τμήμα της Κέας και το θαλάσσιο χώρο έως τη Μακρόνησο και τις ακτές της Λαυρεωτικής. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν την ύπαρξη ναού του Απόλλωνα και της Αφροδίτης.

Σε απόσταση 15′ (πλακόστρωτο μονοπάτι) από την πρωτεύουσα του νησιού, λαξευμένος σε βράχο, βρίσκεται ο Λέων της Ιουλίδας (Λιόντας, όπως τον αποκαλούν οι ντόπιοι), κολοσσικό έργο πλαστικής των Πρώιμων Αρχαϊκών Χρόνων (τέλη 7ου/αρχές 6ου αιώνα π.Χ.).

Η Καρθαία ήταν χτισμένη σε δυσπρόσιτη περιοχή, πάνω από το γραφικό όρμο Πόλες, στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού.

Τα πρώτα ίχνη οικιστικής παρουσίας στην Καρθαία ανάγονται στη Γεωμετρική Περίοδο και εντοπίζονται στο νότιο έξαρμα της ακρόπολης. Η πόλη, με συνεχή κατοίκηση από τους Αρχαϊκούς Χρόνους έως την Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδο, διέθετε περιτειχισμένη ακρόπολη και εκτεταμένο αμυντικό σύστημα, που συνίστατο από πύργους (φρυκτωρίες). Επίσης, δημόσια κτίρια, εργαστήρια, μεταλλεία, νομισματοκοπείο, σύστημα υδροδότησης, δικούς της άρχοντες και νόμους.

Σημαντικά μνημεία της Καρθαίας είναι ο περίπτερος δωρικός ναός της Αθηνάς (τέλη 6ου/αρχές 5ου αιώνα π.Χ.) και ο ναός του Πυθίου Απόλλωνα (530 π.Χ.). Επίσης, στην κοιλάδα του χειμάρρου Βαθυπόταμου, ο ναός Δήμητρας ή Ασκληπιού (3ος αιώνας π.Χ.) και το θέατρο (1ος αιώνας π.Χ.).

Η Κορησσός, στην περιοχή του λιμανιού της Κέας (Κορησσία ή Λιβάδι), ήταν χτισμένη σε δύο λόφους, του Αγίου Σάββα (κάτω ακρόπολη) και της Αγίας Τριάδας (άνω ακρόπολη).

Αρχικά τειχίστηκε μόνο η περιοχή της κάτω ακρόπολης. Κατά τους Κλασικούς Χρόνους τείχος περιέβαλλε τις δύο ακροπόλεις. Κατά την Ελληνιστική Περίοδο η Κορησσός περιορίστηκε στην κάτω ακρόπολη και γνώρισε πληθυσμική μείωση. Στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. η πόλη προσαρτήθηκε στην Ιουλίδα και εγκαταλείφθηκε σταδιακά.

Κατάλοιπα οικιών εντοπίστηκαν στην κάτω ακρόπολη, ενώ στην άνω ακρόπολη αποκαλύφθηκε οικοδόμημα που από αρχιτεκτονικής πλευράς μοιάζει με το ναό του Απόλλωνα στην Καρθαία.

Στο νεκροταφείο του λόφου της Αγίας Τριάδας αποκαλύφθηκε ένα από τα σημαντικότερα γλυπτά των Aρχαϊκών Xρόνων, ο γνωστός κούρος της Κέας (περίπου 530 π.Χ.), που εκτίθεται στο Eθνικό Aρχαιολογικό Mουσείο.

 

Η Ποιήεσσα, χτισμένη στο λόφο των Φυρών ή Παναγιάς της Σωτήρας, κοντά στις Πήσσες, ιδρύθηκε γύρω στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. και περιβαλλόταν από εξωτερικό περίβολο και πύργους. Κατά τους Ελληνιστικούς Χρόνους η πόλη προσαρτήθηκε διοικητικά στην Καρθαία, η δε ευρύτερη περιοχή συνέχισε να αποτελεί ζώνη αγροτικής εκμετάλλευσης.

Στο εσωτερικό της οχύρωσης είναι ορατά τα λείψανα οικιών και αναλημματικοί τοίχοι. Στη νότια ακτή του όρμου της περιοχής εντοπίστηκαν λιμενικές εγκαταστάσεις και στην ευρύτερη περιοχή κατάλοιπα αγροτικών εγκαταστάσεων και πύργοι.

Πατρίδα σημαντικών μορφών της αρχαιότητας (μεταξύ άλλων, των λυρικών ποιητών Σιμωνίδη και Βακχυλίδη, καθώς και του σοφιστή Προδίκου), η Kέα έλαβε μέρος στους Περσικούς Πολέμους (Αρτεμίσιο, Σαλαμίνα, Πλαταιές) και γνώρισε κατά κύριο λόγο την αθηναϊκή κυριαρχία.

Κατά τους Βυζαντινούς Χρόνους κύριοι πόλοι αξιόλογης και σταθερής κατοίκησης ήταν η περιοχή γύρω από την Ιουλίδα και η έκταση ανάμεσα στην Κάτω Μεριά και το νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού.

Στους κατοπινούς αιώνες η Κέα περιήλθε σε ιταλούς ηγεμόνες και, από το 1566, στους Οθωμανούς, στην κατοχή των οποίων παρέμεινε έως το 1821.

Ακολούθησε περίοδος οικονομικής άνθησης, καθώς το νησί αποτέλεσε σταθμό ανθράκευσης για τα ατμοκίνητα πλοία, εξαγωγικό κέντρο βελανιδιού για τις ανάγκες της βυρσοδεψίας και τόπο μεταλλευτικών δραστηριοτήτων.

Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία του νησιού αποτελεί, ασφαλώς, η λειτουργία του εργοστασίου της Εμαγιέ (σμαλτωμένα ή εφυαλωμένα είδη οικιακής χρήσεως και πολεμικής εξαρτύσεως) στην περιοχή της Κορησσίας.

Η μοναδική στο είδος της στην Ελλάδα βιομηχανική μονάδα λειτούργησε από το 1927 έως το 1957. Οι παλαιές εγκαταστάσεις της Εμαγιέ με τη χαρακτηριστική καμινάδα τραβούν την προσοχή των ταξιδιωτών.

Ύστερα από μια περίοδο οικονομικής και πληθυσμικής κατάρρευσης, η Κέα γνωρίζει τις τελευταίες δεκαετίες περίοδο ανάκαμψης, που συνοδεύεται από έντονη οικιστική και τουριστική ανάπτυξη.