Ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν άργησε να πέσει στα βαθιά επιχειρώντας να αφήσει το στίγμα της στο αχανές θεατρικό τοπίο της Αθήνας. Απόφοιτος του Τμήματος Θεάτρου της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης η νεαρή Εμμανουέλλα Κοντογιώργου παρουσιάζει αυτή την περίοδο στο Θέατρο Φούρνος την πρώτη της σκηνοθετική δουλειά στην πρωτεύουσα, μία διαφορετική ματιά στο πολυσυζητημένο «Με δύναμη από την Κηφισιά» των Δ. Κεχαΐδη και Ε. Χαβιαρά.

Με σύμμαχους τέσσερις νέες ταλαντούχες ηθοποιούς (Αφροδίτη Φλώρου, Κασσάνδρα Τζάρτζαλου, Βερόνικα Μπακόλα, Ηλέκτρα Αλεξανδράτου) στήνει μία απολαυστική παράσταση που εμβαθύνει στη γυναικεία ψυχολογία, με το κωμικό να προκύπτει μέσα από το τραγικό.

Η ίδια πιστεύει σε ένα θέατρο συνόλου. «Το μοναδικό μου όραμα είναι να λέω κάθε φορά την ιστορία. Να ακούγεται και να μπαίνει βολίδα στην καρδιά και την ψυχή του θεατή, όπως συνέβη και σε μένα την πρώτη φορά που πήγα στο θέατρο».

Γι’ αυτή την πρόκληση, την αξία της ομάδας, αλλά και τις σπουδές της στη Θεσσαλονίκη, το διαφορετικό κοινό της Αθήνας και τις δυσκολίες του να ξεχωρίσει κανείς μέσα στον θεατρικό πληθωρισμό, μίλησε στο www.in.gr η Εμμαννουέλλα Κοντογιώργου.

Είστε απόφοιτος του Τμήματος Θεάτρου της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. Τι διαφορετικό έχουν οι συγκεκριμένες σπουδές από τη φοίτηση σε μία από τις πολλές δραματικές σχολές;

Μια συνολική κατάρτιση στην τέχνη του θεάτρου σε θεωρητικό και κυρίως πρακτικό επίπεδο, κάτι που δεν έχουν τα άλλα πανεπιστημιακά τμήματα. Ήμασταν υποχρεωμένοι να κάνουμε μαθήματα υποκριτικής, σκηνογραφίας, δραματολογίας, σκηνοθεσίας, παραστασιολογίας, φωτισμού ακόμη κι αν τελικά εξασκούσαμε ένα ή δύο από αυτά σε διπλωματικές παραστάσεις δικές μας ή άλλων συμφοιτητών. Και τελικά αυτό είναι και το σωστό, γιατί το θέατρο είναι μια ομαδική τέχνη όπου πολλές τέχνες συναντιούνται κι εκεί κρύβεται και η γοητεία του. Βέβαια όταν τα σπουδάζεις όλα χρειάζεται προσοχή να μην πέσεις σε «θεωρητικά μονοπάτια», κάτι που ευτυχώς δε μου συνέβη ποτέ, αλλά το είδα να συμβαίνει. Και κυρίως πρέπει να τα κάνεις όλα με ένα κέντρο. Προσωπικά καταλαβαίνω το θέατρο μέσα από τη λειτουργία του ηθοποιού σε όποιο πόστο κι αν βρίσκομαι. Εκεί είναι το κέντρο μου.

Πώς ξεκίνησε το ταξίδι της η συγκεκριμένη παράσταση; Μιλήστε μας λίγο για την επιλογή των ηθοποιών και τη συνεργασία μαζί τους;

Η παράσταση αυτή μετρά πάνω από έναν χρόνο ζωής. Την προηγούμενη άνοιξη μου πρότειναν από το Φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών να συμμετέχω με ένα νεοελληνικό έργο και διάλεξα το «Με δύναμη από την Κηφισιά». Έπειτα, ενώ είχα δει τα κορίτσια να δουλεύουν μαζί σκηνικά, τους πρότεινα να συνεργαστούμε. Ήθελα να δουλέψω με νέα παιδιά για να αναπτύξουμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας όπως κι έγινε. Στη συνέχεια η παράσταση πήγε στα Γιάννενα και λόγω μεγάλης προσέλευσης ξανά στη Θεσσαλονίκη. Μετά τις παραστάσεις εδώ θα πάει σε φεστιβάλ το καλοκαίρι κλείνοντας τον μεγάλο κύκλο της τον Σεπτέμβριο, έναν χρόνο ακριβώς μετά την πρώτη μας παράσταση.

Θα χαρακτηρίζατε το «Με δύναμη από την Κηφισιά» ως ένα έργο που αφορά μόνο τις γυναίκες και τη γυναικεία ψυχολογία ή έχει κι άλλες προεκτάσεις;

Αν και το έργο λέγεται πως είναι καθαρά γυναικείο, ένας άντρας μπορεί να δει πολλά περισσότερα σαν εξωτερική ματιά. Μάλιστα στο πρώτο ανέβασμα, στη Μονή Λαζαριστών παρατήρησα πως οι άντρες το παρακολούθησαν με μεγάλο ενδιαφέρον και κάποιος μου είπε πως ήταν πολύ γοητευτικό να βλέπει πώς μιλούν οι γυναίκες μεταξύ τους για τους ίδιους όταν αυτοί είναι απόντες, σαν να κοιτάς από την κλειδαρότρυπα. Κι αυτό είναι κάτι που χρησιμοποιήσαμε μετά στην παράσταση. Μια συνεχής υπενθύμιση της ανδρικής ταυτότητας.

Στα περισσότερα ανεβάσματα το έργο αντιμετωπίζεται σαν κωμωδία. Τελικά υπάρχει καθαρόαιμη κωμωδία ή το κωμικό προκύπτει πάντα μέσα από το τραγικό;

Χωρίς αμφιβολία το δεύτερο. Ο κωμικός ήρωας, είναι αστείος γιατί δεν συνειδητοποιεί την πραγματικότητα, ζει στο δικό του σύμπαν κι αυτό είναι διπλά τραγικό. Ο τραγικός ήρωας κοιτάζει στα μάτια τη μοίρα του και χτυπιέται να την αλλάξει ενώ ο κωμικός ζει μέσα σε παρεξηγήσεις, εξιδανικεύσεις και κούφιες ελπίδες.

Θεωρείτε ότι η Θεσσαλονίκη, απ’ όπου ξεκίνησε η παράσταση, είναι πιο φιλική στις νέες θεατρικές ομάδες; Πόσο διαφορετικό είναι το κοινό της Αθήνας από την μέχρι τώρα εμπειρία σας;

Το κοινό στην Αθήνα είναι πιο «εκπαιδευμένο» στο να βλέπει θέατρο. Οι θεατές είναι συνήθως υποψιασμένοι και με μια ματιά που ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο. Η Θεσσαλονίκη δε νομίζω πως στηρίζει νέες ομάδες γιατί πολύ απλά δεν ξέρει πως υπάρχουν κι έτσι ο θεατής θα διαλέξει να πάει σε μια παράσταση στο Κρατικό θέατρο ή θα δει κάποια μετάκληση από την Αθήνα. Σε αυτό, το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης το έχει η επικοινωνία καθώς δεν υπάρχουν sites αποκλειστικά για το θέατρο, ούτε καν επαγγελματική κριτική με αποτέλεσμα ένα χαμηλής ποιότητας θεατρικό site να είναι το μόνο στο οποίο μπορεί ο θεατής να ενημερωθεί σχετικά. Αυτό είναι τρομερά προβληματικό και μόνο σύγχυση μπορεί να προκαλέσει στο θεατρικό γίγνεσθαι.

Από την άλλη στην Αθήνα κάθε σεζόν έχουμε 1000 και πλέον παραστάσεις. Πόσο δύσκολο είναι για έναν νέο ηθοποιό ή σκηνοθέτη να ξεχωρίσει και να βιοποριστεί;  

Τρομερά δύσκολο, σχεδόν αδύνατο. Μέσα στην πληθώρα των παραστάσεων, μπορεί εύκολα να χαθεί κάτι καλό κι αξιόλογο, ειδικά όταν πρόκειται για δουλειά νέων ανθρώπων που δεν έχουν γνωριμίες όπως εμείς. Μετά τις πρώτες μου εμπειρίες στην Αθήνα σκέφτομαι συχνά μήπως κάνω κύκλους γύρω από τον εαυτό μου. Πολλοί το κάνουν, απλά δεν το αντιλαμβάνονται. Κακά τα ψέματα, αν δεν υπάρξει μια στήριξη κάποια στιγμή δεν υπάρχει και μέλλον. Μέχρι και οι αξιόλογοι χώροι δεν αναζητούν με βάση την καλλιτεχνική αξία, αλλά με το αν κάποιος είναι όνομα ή έχει χρήματα. Για την ώρα το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μη σταματάμε να δουλεύουμε και να ψάχνουμε με προσοχή τους χώρους και τους ανθρώπους για να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας που έχει συγκεκριμένη ταυτότητα, οπτική κι αισθητική.

Ποιο είναι το ζητούμενό σας από την ενασχόλησή σας με το θέατρο; Πιστεύετε στον κοινωνικό ρόλο του θεάτρου;

Ζητούμενο πάντα είναι ένα θέατρο συνόλου που στην κυριολεξία απευθύνεται σε όλον τον κόσμο κι όχι σε ένα ειδικό κοινό. Νομίζω πως το θέατρο σήμερα έχει γίνει πολύ αυτοαναφορικό και αυτιστικό. Πιστεύω στον κοινωνικό ρόλο του θεάτρου, σε ένα θέατρο που οφείλει να αποτυπώνει τα πάθη της εποχής του, αλλά για να γίνει αυτό ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει ένα ευαίσθητο αυτί για να αφουγκραστεί την πραγματικότητα. Σήμερα είμαστε όλοι μόνοι, κλεισμένοι στον μικρόκοσμό μας και χρησιμοποιούμε τους άλλους για το δικό μας προσωπικό όραμα. Το μοναδικό μου όραμα είναι να λέω κάθε φορά την ιστορία. Να ακούγεται και να μπαίνει βολίδα στην καρδιά και την ψυχή του θεατή, όπως συνέβη και σε μένα την πρώτη φορά που πήγα στο θέατρο. Όλα τα άλλα είναι στολίδια ψεύτικα.

Τι σας γοητεύει στη σκηνοθεσία, που δεν μπορεί να σας το προσφέρει η υποκριτική;

Η δουλειά με τους ηθοποιούς και με την ιστορία. Ο σκηνοθέτης είναι επόπτης μιας συνολικής αφήγησης κι αυτό είναι κάτι που με απασχολεί πάντα ακόμα κι όταν παίζω. Εδώ, για να βγει ένα κοινό αποτέλεσμα πρέπει να χαθώ μέσα στους ηθοποιούς, στον καθένα χωριστά, να τους προσέχω και να τους δείχνω συνεχώς το δρόμο μέσα σε αυτό το καινούργιο σύμπαν που μπαίνουν. Είναι μια διαδικασία που με γεμίζει και κυρίως με συγκινεί. Η κάθε παράσταση για τον σκηνοθέτη είναι παιδί του ακόμη κι αν πρόκειται να παρασταθεί για μια φορά.

Υπάρχουν έργα με τα οποία θα θέλατε διακαώς να ασχοληθείτε μέσα στα επόμενα χρόνια;

Μου αρέσουν έργα που δεν είναι γνωστά. Έχω ξετρυπώσει μερικά, αλλά είχα μια γεμάτη και δύσκολη χρονιά με αποτέλεσμα να μη φροντίσω καθόλου την επόμενη. Ελπίζω να βρω έναν αξιόλογο χώρο γι’ αυτό που με καίει αυτόν τον καιρό αν και είναι λίγο αργά δυστυχώς. Δεν θα αποκαλύψω το έργο, αλλά η συνάντηση με ένα κείμενο είναι θέμα timing. Υπάρχουν έργα που αγαπώ και θα ήθελα να ασχοληθώ στο μέλλον, αλλά όταν έχω την ανάγκη να σκηνοθετήσω, κάτι με καίει όταν διαβάζω και το βλέπω μπροστά μου. Αυτό μπορεί να μη συμβεί ποτέ με κείμενα που μου αρέσουν, μπορεί και ναι. Έχει να κάνει με το πότε και αν θα γίνει το κλικ.

Γράψτε το σχόλιο σας