Η ιστορία με το ύψος των προεκλογικών παροχών της κυβέρνησης ξεκίνησε εκεί γύρω στα τέλη του 2018 από τη «σεμνή» αφετηρία των 180 – 200 εκατ. ευρώ. Τόσο υπολογιζόταν αρχικά το κόστος τους.

Βλέπετε, δεν είχε προκύψει ακόμα η Συμφωνία των Πρεσπών, ούτε η δημοσκοπική εκτίναξη της διαφοράς μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα στις περιοχές από τη Λάρισα και πάνω. Οταν στο Μαξίμου διαπίστωσαν ότι το τίμημα αυτής της συμφωνίας θα είναι πολύ ακριβό στην κάλπη, άρχισαν τις διαρροές για ένα πακέτο που υπό όρους θα προσεγγίζει τα 500 εκατ. ευρώ κι όταν στην πορεία αντιλήφθηκαν ότι «το κλίμα δεν αλλάζει» εντόπισαν δημοσιονομικό κενό που θα τους επέτρεπε παροχές έως και 900 εκατ. ευρώ.

Η ψαλίδα, ωστόσο, επέμενε να ανοίγει. Κι όπως έχει αποδείξει η νεότερη πολιτική ιστορία αυτής της χώρας, όσο η ήττα για ένα κυβερνών κόμμα διαγράφεται ολοένα και πιο πιθανή, τόσο μεγαλώνουν και τα κάθε είδους πακέτα. Που όλα, μηδενός εξαιρουμένου, βαφτίζονται «αναπτυξιακά». Και κάπως έτσι, στα μέσα της άνοιξης φτάσαμε κοντά στο 1,5 δισ. και τώρα, στην τελική ευθεία προς την 26η Μαΐου, σπάει ακόμα και το φράγμα των 5 δισ. ευρώ.

Οσοι ξέρουν, επιμένουν ότι υπάρχει ο κίνδυνος οι κυβερνητικές ανακοινώσεις, που θα γίνουν προσεχώς, να κοστολογηθούν σε βάθος τετραετίας κοντά στα 10 δισ. κι αν οι εθνικές εκλογές πάνε οριστικά για τον Οκτώβριο, μπορεί να ξεπεράσουν κάθε όριο. Ομως, κάποιος θα πρέπει να πει στο επιτελείο του Πρωθυπουργού πως όσο κι αν προσπαθεί, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να αποτρέψει το μοιραίο, είναι «άδικος κόπος».

Και μπορεί να ρωτήσει όποιον εν ζωή πρωθυπουργό ή υπουργό Οικονομικών παρελθούσης κυβέρνησης, που τελούσε υπό αποχώρηση, βρει μπροστά του. Θα του πει ότι η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη και θα του εξηγήσει ότι η αντίδραση του εκλογικού σώματος σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ίδια:

Δέχεται ασμένως τις όποιες παροχές του γίνονται, γιατί θεωρεί ότι τις δικαιούται, κι ετοιμάζεται να ψηφίσει τον επόμενο, γιατί ξέρει κατά βάθος ότι από τον τωρινό ό,τι ήταν να πάρει το πήρε. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, αν η παρούσα κυβέρνηση ηττηθεί και μάλιστα άνετα στις ευρωεκλογές, τότε στις εθνικές, ιδιαίτερα αν γίνουν τον Οκτώβριο, κινδυνεύει ακόμα και με άτακτη υποχώρηση. Γιατί όλοι (οι αναποφάσιστοι) «θα τρέξουν με τον πρώτο». Κι αυτό δεν χρειάζεται να είναι κανείς βαθύς γνώστης της νεότερης πολιτικής ιστορίας για να το καταλάβει…