Πολιτογραφημένος ως Νοτιοαφρικανός, ένας άνδρας ελληνομοζαμβικιανής καταγωγής, ο Δημήτρης Τσαφέντας, ήταν αυτός που σκότωσε το 1966 τον Χέντρικ Φέρβουρντ, πρωθυπουργό τότε της Νότιας Αφρικής και εμπνευστή του Απαρτχάιντ.

Ο Τσαφέντας δολοφόνησε τον Φέρβουρντ εντός της Βουλής της Νότιας Αφρικής, επειδή ήταν αηδιασμένος με τις ρατσιστικές πολιτικές του αρχιτέκτονα του Απαρτχάιντ. Η δολοφονία του πρωθυπουργού της Νότιας Αφρικής είχε κάνει μεγάλη εντύπωση παγκοσμίως, ενώ ο Τσαφέντας θεωρήθηκε ήρωας από τον καταπιεσμένο μαύρο πληθυσμό.

Ο Δημήτρης ήταν παιδί μιας τυχαίας συνεύρεσης που είχε ο ναυτικός πατέρας του Μιχάλης Τσαφέντας ή Τσαφεντάκης, από τα Χανιά και της μιγάδας μάνας του Αμέλια Γουίλιαμς από τη Μοζαμβίκη. Το παιδί έμεινε με την κρητικιά γιαγιά του στην Αίγυπτο ως τα οκτώ του χρόνια, μετά επέστρεψε στη Μοζαμβίκη και πήγε σε καθολικό σχολείο λευκών, όπου βίωσε τον ρατσισμό εξ’ αιτίας του σκουρόχρωμου δέρματός του.

Όταν μετά την εφηβεία του πήγε στη Νοτιοαφρικανική Ένωση, οι αρχές εξέτασαν το γενεαλογικό του δέντρο και –πιθανότατα εξ’ αιτίας ψεύτικων πληροφοριών που έδωσε ο ίδιος- τον κατέταξαν στη λευκή φυλή, γεγονός που καθόριζε τα κοινωνικά και εργασιακά του δικαιώματα. Μπάρκαρε στα καράβια, γύρισε όλο τον κόσμο, έμαθε οκτώ γλώσσες, ενώ από τη δεκαετία του ’30 είχε γίνει μέλος του κομμουνιστικού κόμματος της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης που τότε ήταν το ισχυρότερο στην αφρικανική ήπειρο με άμεσες διασυνδέσεις με τους Σοβιετικούς. Το 1947-49 μάλιστα, ο Δημήτρης Τσαφέντας ήρθε και στην Ελλάδα, πιθανόν παίρνοντας μέρος στον εμφύλιο με την πλευρά των συντρόφων του κομμουνιστών.

Σε σχετικά νεαρή ηλικία είχε παρουσιάσει συμπτώματα σχιζοφρένειας και κατά καιρούς έμπαινε σε διάφορα ψυχιατρεία για νοσηλεία.

Το 1966 επέστρεψε στη Νότιο Αφρική και αφού έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές, την 1η Αυγούστου προσελήφθη ως κλητήρας στο κοινοβούλιο της χώρας, που έδρευε στο Κέιπ Τάουν. Ένα μήνα αργότερα απασχόλησε τα πρωτοσέλιδα όλου του κόσμου, όταν δολοφόνησε τον πρωθυπουργό της Νοτίου Αφρικής μέσα στο κοινοβούλιο. Το μεσημέρι της 6ης Σεπτεμβρίου, ο 65χρονος  Χέντρικ Φέρβουρντ εισήλθε στην αίθουσα συνεδριάσεων του κοινοβουλίου και κατευθύνθηκε προς το πρωθυπουργικό έδρανο. Τότε, ο Τσαφέντας όρμησε κατά πάνω του και τον μαχαίρωσε τέσσερις φορές στο στήθος.

Ο Φέρβερντ πέθανε ακαριαία, ενώ οι βουλευτές όρμησαν και συνέλαβαν τον Δημήτρη Τσαφέντα. Η δολοφονία του Φέρβερντ έκανε τεράστια εντύπωση σ’ όλη την υφήλιο, καθώς αυτός είχε σχεδιάσει και εφαρμόσει το Απαρτχάιντ, σύστημα που έκανε την Νοτιοαφρικανική Ένωση την πιο μισητή χώρα στον πολιτισμένο κόσμο. Ο Φέρβερντ ήταν καθηγητής εφαρμοσμένης ψυχολογίας, δημοσιογράφος και πολιτικός. Δεν ήταν μόνο αυτός που εφάρμοσε στην πράξη τον σκληρό φυλετικό διαχωρισμό, ήταν και ο κατ’ εξοχήν θεωρητικός και διανοητής του.

Στο δικαστήριο, ο Δημήτρης Τσαφέντας είπε ότι σκότωσε τον πρωθυπουργό επειδή ήταν αηδιασμένος με τις ρατσιστικές του πολιτικές. Αποκαλύφθηκε ότι λίγες μέρες νωρίτερα, ο Τσαφέντας είχε κάνει αίτηση στο κράτος να μεταταχθεί από τους λευκούς στους μιγάδες, ώστε να δικαιούται να παντρευτεί τη μιγάδα σύντροφο του, αλλά η άδεια δεν δόθηκε. Το σύστημα ήταν εξαιρετικά σκληρό σε κάθε πιθανότητα επιμειξίας ανάμεσα στις διάφορες φυλετικές κατηγορίες.

Στη δίκη που ακολούθησε, η πράξη του κρίθηκε από το δικαστήριο μη καταλογιστή λόγω της σχιζοφρένειας από την οποία έπασχε, και του επιβλήθηκε ο περιορισμός αόριστης διάρκειας σε ψυχιατρείο.

Οι αρχές εκμεταλλευόμενες ένα «παράθυρο» του νόμου, πέτυχαν τον εγκλεισμό του σε φυλακή μελλοθανάτων, όπου κάθε πρωί επί 18 χρόνια ξυπνούσε με τον φόβο της εκτέλεσης. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος των φυλετικών διακρίσεων το 1994, ο Τσαφέντας μετήχθη σε ψυχιατρική κλινική του Γιοχάνεσμπουργκ, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 7 Οκτωβρίου του 1999, σε ηλικία 81 ετών. Κηδεύτηκε με το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ενταφιάστηκε σε άγνωστη τοποθεσία.

Γράψτε το σχόλιο σας