Οταν έγιναν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στη Μόσχα (1980) η Κυβέρνηση του Λαού (!) έβαλε την αστυνομία και μάζεψε όλες τις πόρνες της σοβιετικής πρωτεύουσας και τις μάντρωσε σ’ ένα χώρο-γκέτο, ώστε λόγω της συρροής χιλιάδων φιλάθλων και από τον καπιταλιστικό κόσμο να μην πληροφορηθεί ο αστικός κόσμος πως 60 χρόνια μετά την Επανάσταση και τον Νέο Ανθρωπο που δημιουργούσε η σοσιαλιστική παιδεία οι παθογένειες των κοινωνιών που είχαν καταδικαστεί από τη θεωρία που διάβαζε όπως της κάπνιζε τον Μαρξ είχαν μολύνει και τον σοσιαλιστή άνθρωπο.

Παρένθεση (που έχω ξανά στο παρελθόν καταγράψει) όταν το 1975 διοργανώθηκε στην Αθήνα (στους χώρους του Παντείου Πανεπιστημίου) το παγκόσμιο συνέδριο θεατρικής κριτικής με εκατοντάδες συνέδρους απ’ όλη την υφήλιο, ο ανατολικογερμανός συνάδελφος, όταν ανέβηκε στο βήμα για να κάνει την εισήγησή του επιχειρηματολόγησε περιγράφοντας το μέλλον της ιστορίας, όπου θα είχε θριαμβεύσει ο σοσιαλισμός τύπου Στάλιν και επιγόνων και τότε θα είχαν εξαλειφθεί τα αστικά σύνδρομα, η απάτη, το ψεύδος, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ο καριερισμός, η υποκρισία, ο ανταγωνισμός και βέβαια η ανεργία, η πορνεία και η μοναξιά, όλα δηλαδή τα θέματα της αστικής δραματουργίας! Στη συνεδρία εκείνη την ημέρα προήδρευε ο μέγας έλλην φιλόλογος και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τρυπάνης, υπουργός Πολιτισμού. Ελληνες σύνεδροι με δικαίωμα λόγου και παρεμβάσεων ήμαστε ο Λιγνάδης κι εγώ. Ζήτησα τον λόγο πριν κατέβει ο μαρξιστής Γερμανός από το βήμα. Τον ρώτησα αν μπορούσε να διαβεβαιώσει έναν θνητό κάτοικο αστικού κράτους όπως εγώ, ότι σε εκείνον τον κοινωνικό παράδεισο που ευαγγελιζόταν δεν θα πέθαιναν και δεν θα αρρώσταιναν οι άνθρωποι. Του θύμισα μάλιστα τον στίχο του Ανδρέα Εμπειρίκου που τουλάχιστον εμείς οι Ελληνες: «Κάνουμε οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου» αρχαιόθεν, από Ομήρου δηλαδή. Θυμάμαι τότε το τέλος της ερώτησής μου ακολούθησε χειροκρότημα, με φωνές όμως επιδοκιμασίας από τους πολωνούς συνέδρους, λίγο πριν από την εξέγερσή τους.

Αν παραπέμπω σ’ αυτές τις εμπειρίες είναι για να προσεγγίσω με το κοινό μας σήμερα παραστάσεις ρωσικών θεατρικών έργων που, όταν έσπασε η κρούστα του δογματισμού και της αυταρχικής και μετά τον Χρουστσόφ περιόδου, εμφανίστηκαν έργα που αποκάλυπταν μια κοινωνία και μια παθογένεια που έμοιαζε σχεδόν ταυτοτικά με τη δυτική αστική πανούκλα!

Αισιόδοξη τραγωδία

Ξαναθυμίζω στους νεότερους τουλάχιστον αναγνώστες μου πως το θεατρικό μπεστ σέλερ της σταλινικής περιόδου ήταν το έργο «Αισιόδοξη τραγωδία» (!) που παιζόταν κάποτε ταυτοχρόνως σ’ όλα τα κρατικά θέατρα της Σοβιετικής Ενωσης από τη Λιθουανία έως το Ουζμπεκιστάν! Εκεί, σ’ αυτό το έργο που η δράση του διαδραματιζόταν σ’ ένα θωρηκτό στην περίοδο που συγκρούονταν το κόκκινο ναυτικό με το τσαρικό, η πυρπόληση του σοβιετικού που οδήγησε στον θάνατο εκατοντάδες προλετάριους ναύτες, τα θύματα έφευγαν από τη ζωή χαρούμενα, πανευτυχή, περήφανα διότι αισθάνονταν πως ο θάνατός τους ήταν η μαγιά που θα φούσκωνε το καρβέλι του κομμουνιστικού μέλλοντος!

Η έκπληξη λοιπόν, όταν το Θέατρο Τέχνης ανέβασε το έργο που αναφερόταν στην ύπαρξη διάχυτης και διάσπαρτης πορνείας στη Σοβιετική Ενωση ώστε να χρειαζόταν να μπουντρουμιαστούν οι πόρνες ώστε να μην εκτεθεί ο σοσιαλιστικός ανθρωπισμός στα μάτια των επισκεπτών στους Ολυμπιακούς μάς αποκάλυψε, μαζί με άλλα συμφραζόμενα, τη μεγάλη απάτη ή, αν θέλετε, την τραγική ψευδαίσθηση.

Βέβαια με την περεστρόικα είχαν ανοίξει κάποια παράθυρα που είχαν για χρόνια καρφωθεί και είχαμε δει μέσα στα σκοτεινά δωμάτια της εξουσίας. Η πρώτη γενναία σφαλιάρα που αισθανθήκαμε ήταν όταν παίχτηκε στο θέατρο Καρέζη το έργο του Αλεξάντερ Γκέλμαν: «Πρόσωπο με πρόσωπο» (το ανέβασε ύστερα από λίγο χρόνο και ο Κιμούλης με τον τίτλο «Και τώρα μεταξύ μας»).

Αλεξάντερ Γκέλμαν

Εκεί μέσω μιας εξόχως αποτελεσματικής γραφής ενός συγγραφέα (εβραϊκής καταγωγής) σοβιετικού πολίτη, που σαφώς ήταν επηρεασμένος και από τον Αρθουρ Μίλερ αλλά κυρίως από τον Αλμπι του «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», αποκάλυπτε μια κοινωνία σάπια, ανέντιμη, υποκριτική, και δουλόφρονα και διεφθαρμένη, τόσο ώστε να ανέρχεται στην ιεραρχία του κράτους όχι μόνο με κομματική ταυτότητα αλλά πλασάροντας τη γυναίκα του ο άντρας σε κρεβάτια μοιχείας και ξεπουλώντας οι γυναίκες κάθε αιδώ για μια γούνα κι ένα αυτοκίνητο.

Δηλαδή ένα γνωστό είδωλο από τον καθρέφτη της καπιταλιστικής Δύσης. Σε λίγα χρόνια μετά δύο νέα παιδιά του θεάτρου, μαθητές του Κιμούλη, ο Καλπακίδης και η Μαρσίδου ανέβασαν με σεβασμό το «Παγκάκι» του Γκέλμαν, σ’ ένα μικρό περιφερειακό της Αθήνας θέατρο. Είχα τότε ασχοληθεί θετικά με το έργο και την παράσταση. Τώρα το επαναφέρει με το κύρος του και την ωριμότητά του ο Κιμούλης στο θέατρο Τόπος Αλλού με συμπρωταγωνίστρια την έξοχη Μπαξεβάνη.

Αλλά τι νέο φέρνει στη θεατρική μας εμπειρία αυτό το έργο;

Δύο μοναχικοί άνθρωποι που συναντώνται σ’ ένα παγκάκι πάρκου, λέει ο Γκέλμαν, έχουν τα ίδια προβλήματα, τα ίδια αδιέξοδα, τις ίδιες τακτικές επιβίωσης, την ίδια στρατηγική αποφυγής, το ναυάγιο σ’ ένα παγκάκι στη Μόσχα, στο Ζάππειο, στο Δάσος της Βουλώνης, στο Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης, στο Λονδίνο και στο Κάιρο, στο Νέο Δελχί και στην Αυστραλία.

Μεγαλοφυής Μπρεχτ

Ο μεγαλοφυής Μπρεχτ που ήταν βαθύς αναγνώστης του Μαρξ κι όχι επιπόλαιος μπαλκονιστής της τυχάρπαστης θεωρίας, έλεγε στο θαυμάσιο «Καλός άνθρωπος του Σετσουάν» πως ένας άνθρωπος όσο καλός, τίμιος και ηθικός κι αν είναι δεν θα βρει προκοπή μέσα σ’ έναν κόσμο φαύλο και διεστραμμένο, αν δεν αλλάξει το σύστημα και όλοι άνθρωποι αξίες.

Το πείραμα που παρέλαβε ο Στάλιν το έκανε κρατική υπαλληλία, εξορία των διαφωνούντων και καταφύγιο των καπάτσων. Και κατέρρευσε.

Ο Γκέλμαν στο «Παγκάκι», ένα έξοχο στη δομή, την ανάπτυξη αλλά και στη στρατηγική των προσώπων έργο, καταγράφει μια συνθήκη που δεν είναι δυστυχώς η εξαίρεση.

Οι δύο μοναχικοί σοβιετικοί πολίτες που ζουν στο τραγικό φινάλε του πειράματος από τη μια κουβαλάνε την ηθική που τους δίδαξε η εκπαίδευση, άρα φέρουν όλα τα σύνδρομα των ενοχών, αν παραβούν τους κανόνες που καταφάσκει το κράτος κι από την άλλη το ένστικτο, η όρεξη, η ροπή, η επιθυμία που καταπιεσμένα κρύβουν μέσα τους, τους ωθούν να σπάσουν το δίχτυ και να αφεθούν στην πλήρωση. Επιθυμούν και ντρέπονται, απλώνουν και διστάζουν. Σαν τους χριστιανούς που μεγάλωσαν με τη φοβία του σεξ και της αμαρτίας έχουν ενοχές διότι επιθυμούν την έξοδο από τα καλούπια μιας φορμαλιστικής ηθικής και ενοχής διότι προδίδουν τον πόθο και την ανάγκη για σμίξιμο, επικοινωνία, ρίσκο, ακόμη και μια τρέλα της στιγμής. Φόβος μήπως απογοητευθούν από το άνοιγμα και τρόμος αν χάσουν το τρένο που περνά έστω χωρίς να γνωρίζουν το τέρμα.

Με φόντο αυτά τα διπλά τείχη οι μοναχικοί άνθρωποι (μοναχικοί συχνά και μέσα στην οικογένεια, και στην εργασία και στην πόλη) αρχίζουν να υποδύονται, να εφαρμόζουν τακτικές, να δοκιμάζουν ελιγμούς, να προκαλούν και συνάμα να χάνονται στο θολάμι τους, άλλοτε λαγοί, άλλοτε αλιγάτορες και άλλοτε γυμνοσάλιαγκες.

Ο Κιμούλης έχει στη διάθεσή του μια καλή μετάφραση του Νίκου Καμτσή, που διασκεύασε, διαμόρφωσε λιτά το καταφύγιο της μοναξιάς, το παγκάκι και σκηνοθέτησε, θα έλεγα δίδαξε αν δεν ήταν ο ίδιος δάσκαλος και μαθητής, αφού πρωταγωνιστεί με την πράγματι βαθιά, ευαίσθητη υποκριτική γκάμα της Μπαξεβάνη, που έχει γράψει και τη μουσική που δραματοποιεί το φόντο. Κοστούμια της Νικολαΐδου, φωτισμοί της Κάλτσου, video του Κώστα Κιμούλη. Ενα σπουδαίο μάθημα υποκριτικής χωρίς καμώματα, με εσωτερικούς ρυθμούς, έξοχες παύσεις και σημαίνουσες σιωπές. Και συνεχή κίνηση διότι η πλήξη είναι αεικίνητη. Δύο σολίστ που παίζουν με τις τρίλιες.

ΙΝΦΟ: Κείμενο:Αλεξάντερ Γκέλμαν, Μετάφραση: Νίκος Καμτσής, Διασκευή – σκηνικά – σκηνοθεσία:Γιώργος Κιμούλης, Κοστούμια: Σοφία Νικολαΐδου, Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου, Ερμηνείες: Γιώργος Κιμούλης, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Πού:Τόπος Αλλού (Κεφαλληνίας 17 και Κυκλάδων, Κυψέλη, τηλ. 210-8656.004) έως 2/6.

Γράψτε το σχόλιο σας