Ενα από τα πλέον ανθελληνικά εγκλήματα που έκανε ο γλωσσικός (ηλίθιος!) διχασμός σ’ αυτόν τον τόπο ήταν η υποβάθμιση και η κατασυκοφάντηση των έργων της λογοτεχνίας που γράφτηκαν στην καθαρεύουσα του 19ου κυρίως αιώνα. Επρεπε στα χρόνια μας λόγιοι και κριτικοί να σκύψουν πάνω από αυτά και να πληροφορήσουν μια γενιά αναγνωστών (συχνά φανατικών) που τα αγνοούσαν. Αν είχαν διασωθεί ορισμένα έργα του Ροΐδη (κυρίως «Η πάπισσα Ιωάννα»), του Βιζυηνού και κυρίως του Παπαδιαμάντη (και όχι βέβαια σε διάδοση πλατιά κυρίως μέσω της εκπαίδευσης) είναι γιατί αυτοί οι συγγραφείς ξεπερνούσαν τα μέτρα της εποχής τους και είναι πράγματι πεζογραφικά αριστουργήματα. Σήμερα όμως θα σταθώ σε μια εκπαιδευτική εγκληματική παράλειψη. Τον πνευματικό πράγματι γίγαντα Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή.

Αν έπρεπε να δοθεί σε κάποιον πνευματικό άνθρωπο χωρίς αντίρρηση ο χαρακτηρισμός: «Αναγεννησιακός άνθρωπος» και βεβαίως και σε άλλους άγιους συγχρόνους του (π.χ. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Αδελφοί Βερναρδάκη, Στέφανος Κουμανούδης) αυτός θα ήταν ο Ραγκαβής.

Οταν ανατρέξει κανείς στον βίο του (1809 – 1892) που διατρέχει ολόκληρο τον 19ο αιώνα και απλώς καταγράφει τις δράσεις του, μένει έκπληκτος όχι τόσο για την αδιανόητη πληθώρα, όσο για το ειδολογικό φάσμα. Καθηγητής Αρχαιολογίας στο Αθήνησι, πρέσβυς της Ελλάδος σε Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο, Ουάσιγκτον, Κωνσταντινούπολη, συντάκτης ενός πολύτιμου έως σήμερα Γαλλοελληνικού Λεξικού, συγγραφέας ενός ιστορικού έργου κατά μίμηση Σαίξπηρ με τίτλο «Η παραμονή» εννοείται της Εξόδου του Μεσολογγίου, σε στίχο βέβαια και ενός έξοχου μονοπράκτου, πάντα έμμετρου, με τίτλο «Διός επίσκεψις» όπου ο Ζευς κατεβαίνει από τον Ολυμπο να αναζητήσει την Αρχαία Αθήνα και δεν την εντοπίζει.

Ενας αθηναίος αγρότης με το μουλάρι του περνά και τον ρωτά προς τα πού η Αθήνα. Εκείνος του λέει πως είναι στην Αθήνα και όταν ρωτιέται για τα όρη γύρω ονομάζει αρβανίτικα την ταυτότητά τους! Την κατάσταση απορίας λύνει ο Ερμής που εμφανίζεται κρατώντας αντί κηρύκειο ρακέτα του γκολφ που έχει ως Αγοραίος ενοφθαλμιστεί!

Αυτό το πνευματικό «τέρας» έχει μεταφράσει Μολιέρο και έχει εντάξει τη δράση των προσώπων των κωμωδιών στην Αθήνα του καιρού του. Σκοπός του, όπως και του προπάτορα της πνευματικής του κληρονομιάς, του ιερωμένου Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων που μετέφρασε τον «Φιλάργυρο» του Μολιέρου (ως «Εξηνταβελώνη») και τον ενέταξε στα κοινωνικά ήθη της Σμύρνης.

Και οι δύο δεν άλλαξαν ούτε κατά κεραία το ήθος και την ιδεολογία των μολιερικών ηρώων. Αυτός ο δαιμόνιος άνθρωπος προίκισε τον ελληνικό λόγο με έργα ευρέος φάσματος, μέσα σε μια προσπάθεια να καλύψει τις ελλείψεις λόγω της μακροχρόνιας δουλείας (400 χρόνια, η μακροβιότερη σκλαβιά λαού στην Ιστορία!). Ετσι καλλιεργεί το περιπετειώδες ιστορικό μυθιστόρημα που αναλύει μέσα από την αφήγηση τους όρους διαβίωσης των Ελλήνων στην περίοδο της υποταγής στους Δυτικούς, κατακτητές, στον «Αυθέντη του Μωρέως» (1857).

Είναι εκπληκτικό να το σκεφτεί και μόνο κανείς πως αυτός ο δαιμόνιος λόγιος γράφει πιθανόν την ίδια εποχή το πρώτο, ίσως, διεθνώς διήγημα με άρωμα αυθεντικού γουέστερν, με τίτλο: «Το κακουργοδικείον της Ελλισαβετώτος», όπου διηγείται τη δίκη σε σαλούν δύο ληστών που δικάζονται σε απαγχονισμό από τον σερίφη. Αφηγητές δύο άγγλοι περιηγητές που ταξιδεύουν για να απαλλαγούν από τον «σπλήνα» (slpeen!), την ανία και τη μελαγχολία που τους προξενεί η Αγγλία της Βικτωρίας προφανώς!

Ο Ραγκαβής έχει αφήσει και πολύτομα «Απομνημονεύματα» που όποιος έλληνας λόγιος δεν τα έχει ξεκοκαλίσει είναι πνευματικά φτωχός, πιστέψτε με. Εγώ προσωπικά οφείλω ευγνωμοσύνη στον αείμνηστο φίλο, λόγιο και μεταφραστή Κωστή Σκαλιόρα.

Πού έβρισκε τον καιρό αυτός ο αξιοθαύμαστος άνθρωπος να διδάσκει στο πανεπιστήμιο, να κάνει ανασκαφές ως αρχαιολόγος, να διευθύνει και να γράφει σε περιοδικά («Ευτέρπη», «Πανδώρα», πολύτιμα για τον ερευνητή και σήμερα ακόμα), να εκδίδει και να διευθύνει εφημερίδα («Ευνομία»), να είναι υπουργός Εξωτερικών και να συγγράφει μαθηματικά εγχειρίδια (!) και βέβαια διηγήματα και θεατρικά έργα και μυθιστορήματα.

Πριν χρόνια ο άλλος λόγιος φιλόλογος, μεταφραστής, πανεπιστημιακός και μέγας σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος είχε ανεβάσει τη σατιρική κωμωδία του Ραγκαβή «Του Κουτρούλη ο γάμος». Δεν είναι μόνο ένα εξαίσιο και τολμηρό και πολιτικά ανατρεπτικό έργο, συνάμα μια βαθιά ανάλυση των μικροαστικών και αστικών ηθών, είναι και ένα μορφολογικό δραματικό κατόρθωμα. Ο Ραγκαβής γράφοντας μια σάτιρα πολιτικών ηθών συντάσσει ένα έργο σε στίχο με χορικά που μιμείται ως δομή τον Αριστοφάνη. Μάλιστα τα χορικά που εκτελούν έλληνες φοιτητές που κρατούν και εξευτελίζουν σημαίες των ξένων δυνάμεων που επιβάλλουν την πολιτική τους στον κυβερνητικό προσκυνημένο συρφετό, τα χορικά επιμένω είναι δομική και στιχουργική μίμηση των έξοχων χορικών των «Ιππέων» του Αριστοφάνη, ενός έργου του μεγάλου κωμωδιογράφου που κατακεραυνώνει την αθηναϊκή πολιτική παρακμή!

Το λέω με όλη την ευθύνη της γνώσης μου του κειμένου, πως τα χορικά του Κουτρούλη, αν δημοσιεύονταν και κυρίως αν εντάσσονταν μέσα στα σχολικά εγχειρίδια που δεν θα απεχθάνονταν, όπως, δυστυχώς, συνέβη, την καθαρεύουσα (έστω και με παράλληλη μετάφραση), θα είχαμε ένα τρανταχτό προηγούμενο πολιτικής οργής που μόνο ανάλογο ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου!!

Αλλά ο Ραγκαβής είναι και ο συγγραφέας ενός μυθιστορήματος, του «Συμβολαιογράφου», που διασκευάστηκε πριν από χρόνια από τον αξέχαστο μακαρίτη πλέον (φευ!) Γιώργο Μιχαηλίδη και παίχτηκε ως σίριαλ στην τηλεόραση της ακμής με έξοχη διανομή (Διαμαντόπουλος, Φέρτης, Διαμαντίδου, Ξενίδης, Ντενίση, Σ. Σπυράτου, Εσκενάζυ, ο αξεπέραστος Ψάλτης).

Τώρα ο Πέτρος Ζούλιας διασκεύασε και σκηνοθέτησε τον «Συμβολαιογράφο». Και έκανε μια πριν απ’ όλα τίμια μεταφορά στο θέατρο. Κράτησε με σεβασμό το ψυχόγραμμα των προσώπων, τη ροή της αφήγησης και τις κορυφώσεις που χρειαζόταν μαεστρία από πεζογραφικό ρυθμό να ακολουθήσουν άλλου είδους συναισθηματική εξέλιξη.

Εδώ θα σταθώ για να διατυπώσω μερικές σκέψεις για τη θεματική προίκα μιας ολόκληρης εποχής που σοφά μεταφέρει στα ελληνικά ο Ραγκαβής.

Πίσω από τον σπαγγοραμμένο, πονηρό και ανελέητο συμβολαιογράφο υπάρχουν ανάλογοι ήρωες του Ντίκενς, του Μπαλζάκ, του Ουγκώ, του Γκόγκολ, του Καλντερόν, αλλά και του Διονυσίου Σολωμού (στα σατιρικά του και στη «Γυναίκα της Ζάκυθος») και της Ελισάβετ Μαρτινέγκου (που πρόσφατα έγραψα για τον «Φιλάργυρό» της).

Ο σφιχτοχέρης, ανελέητος «Σκρουτζ» είναι μια περσόνα που εμφανίζεται στην πεζογραφία και στο θέατρο τα χρόνια που ανδρούται ο καπιταλισμός και η αστική αντίληψη για τη διαχείριση του χρήματος. Τότε εμφανίζονται οι ενεχυροδανειστές και οι δανειστές κεφαλαίου, έναντι υποθηκών, τιμαλφών και υπέρογκων τόκων. Θυμίζω, για την ιστορία, πως την εποχή που γράφει ο Ραγκαβής τοκογλύφος ήταν ο στρατηγός Μακρυγιάννης!!

Δεν γνωρίζω αν ο δαιμόνιος Ραγκαβής (πράγμα που το θεωρώ αδύνατον να το αγνοεί) δεν είχε υπόψη του τον «Βολπόνε» του Μπεν Τζόνσον.

Ο Ραγκαβής όμως ως μέγας γνώστης των ανθρωπίνων αναπτύσσει τον ανελέητο ήρωά του έτσι ώστε να εξελιχθεί σε μια τραγική συμπαθή περσόνα εξαιτίας της άδικης μοίρας που βρήκε τη μοναδική του θυγατέρα. Ετσι ο άθλιος προδότης αγαπημένος της κόρης του πληρώνει με τη ζωή του και μετατρέπει τον απεχθή τοκογλύφο σε αξιολύπητο περιφερόμενο τρελό αλήτη μέσα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι!

Ο Φασουλής που πρωταγωνιστεί στο Θέατρο Χώρα στη θαυμάσια παράσταση του Ζούλια κατά τη γνώμη μου πλάθει τον πλέον βαθύ σε συναισθηματική προίκα ρόλο της καριέρας του. Λιτός, καίριος, ουσιαστικός και στην τρέλα του (δύσκολος πάντα ρόλος) μετρημένος και συνάμα εκρηκτικός χωρίς αιχμές. Ενα εξπρεσιονιστικό υποκριτικό κατόρθωμα.

Τα σκηνικά του Σμαραγδή έξοχα, τα κοστούμια της Αρσένη πιστά στην εποχή. Η μουσική του Αυγαρινού διακριτική, οι φωτισμοί της Μαραγκουδάκη πάντα ουσιώδεις. Ο Ρώτας ανεβαίνει ώριμος, ο Πέρρος αρκούντως κυνικός, η Δημητροπούλου πάντα στο μέτρο και στην εσωτερική συναισθηματική λιτότητα.

Ο Καραμπέτσης, η Χαγιά, η Σκιαδαρέση ορθές νότες στην παρτιτούρα. Ο Φαλελάκης καίριος και ο Λουδάρος εξαίσιος, ρολίστας πλέον, έτοιμος για πολλά!!

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο