Για μια διαδρομή που ξεκινά από την Πλάκα, και φτάνει έως και την Αστυπάλαια μιλάει ο Θέμη Παρλαβάντζας στο τελευταίο του βιβλίο.

Το «Τέλος διαδρομής» έρχεται μετά από μεγάλη εσωτερική αναζήτηση του Ανδρέα, ενός εκ των δύο ηρώων. Ο σκηνοθέτης τηλεοπτικών σειρών και γιος του διεθνούς αναγνωρισμένου και βραβευμένου διευθυντή φωτογραφίας Ανέστη Κυράνη μέσα από την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο και μια εκτενή επιστολή στην αγαπημένη των παιδικών του χρόνων Λίντα προσπαθεί να ολοκληρώσει μια εσωτερική ανασκόπηση που αποδεικνύεται αρκετά επώδυνη.

Ο νέος του φίλος και συμπαίκτης του στο σκάκι τον «καλεί» σε ένα δικό του κόσμο που η ηθική και η δικαιοσύνη έχουν πρωτεύοντα ρόλο.

Ο κ. Παρλαβάντζας μας μίλησε για τους δύο ήρωες αλλά και αυτή την περίεργη δολοφονία που πρέπει να εξιχνιαστεί.

«Στο βιβλίο μου ο Άγγελος, ο μεταπτυχιακός φοιτητής της Νομικής, δεν αποτελεί μόνο ένα λαμπρό παράδειγμα άριστου μεταπτυχιακού επιστήμονα που έχει θριαμβεύσει σε διεθνείς διαγωνισμούς και ρητορικούς αγώνες. Έχοντας εσωτερικεύσει τις αρχές του δικαίου τις υιοθετεί ως στάση ζωής. Έτσι, θεωρεί αδιανόητη την απόκρυψη ενός εγκλήματος έστω κι αν αυτή η απόφασή του θα οδηγήσει τη γιαγιά του στη φυλακή και την οικογένειά του στη διαπόμπευση μέσω των media» αναφέρει ο ίδιος και αναρωτιέμαι με ποιο τρόπο η υπόλοιπη οικογένεια αντιμετώπισε αυτή την καταδίκη από το παρελθόν.

«Η πίεση που υφίσταται από το οικογενειακό του περιβάλλον αλλά και ο λόγος της διάπραξης του εγκλήματος από τη γιαγιά του -όπως τον αποκαλύπτει η ίδια στον Άγγελο μέσα από τη φυλακή-, τον οδηγούν σε μια εσωτερική σύγκρουση» μου εξηγεί ο κ. Παρλαβάνζας και συνεχίζει: «Ως ακραία εσωστρεφής κλείνεται στον εαυτό του και δεν μοιράζεται το πρόβλημά του ούτε ακόμη και με τον μόνο φίλο που κατάφερε να αποκτήσει, τον σκηνοθέτη της τηλεόρασης Ανδρέα Κυράνη. Αδυνατώντας λοιπόν να χειριστεί την πίεση που υφίσταται οδηγείται, ως άλλος Δημήτρης Λιαντίνης, στην εξαφάνισή του. Η ηθική επιταγή της απόδοσης δικαιοσύνης που επωμίζεται αποδεικνύεται βαρύτερη από όση ο ίδιος μπορεί  να αντέξει. Ένας ήρωας λοιπόν που δεν θα αντέξει το βάρος της ηρωικής πράξης του.

Από τη μια μεριά ο ηθικός Άγγελος και την άλλη ο Ανδρέας που δυσκολεύεται στις σημαντικές αποφάσεις. Δύο φίλοι που δεν μοιάζουν σχεδόν σε τίποτα και δημιουργούν μαζί την τέλεια ισορροπία. Ο ήρωας που κάνει τον αντιήρωα να μοιάζει αρκετά «λίγος». Ρωτάμε τον κ. Παρλαβάντζα αν αυτή η διαφορά είναι που ένωσε τους δύο άνδρες.

«Ακριβώς» απαντάει ο ίδιος και μας εξηγεί:  «Το περίσσευμα ηρωισμού του Άγγελου από τη μία πλευρά και η έλλειψη ηρωισμού του Ανδρέα Κυράνη από την άλλη. Ο ένας συμπαγής, άκαμπτος, αρραγής, υπηρετεί την κατηγορική προσταγή και την ηθική τελείωση, ενώ ο άλλος σκεπτικιστής με ελλιπή ορμή και θέληση μπορεί να αρκείται μόνο στο να ονειρεύεται την πραγμάτωση του ιδανικού  του εαυτού, την προσωπική ολοκλήρωση και εν τέλει τον αυτοπροσδιορισμό του. Ηρωισμός και αντιηρωισμός· ένα δίπολο και ένας δεσμός μαζί. Η μοίρα όμως τους ενώνει, όταν τσακίζονται και οι δυο κάτω από το βάρος των επιλογών τους. Ο ένας μη μπορώντας να αντέξει το βάρος της ηθικής επιταγής που θέλησε να επωμιστεί και ο άλλος  αδυνατώντας να πραγματώσει τον ιδανικό του εαυτό που χρόνια προσδοκούσε».

Ο Άγγελος μοιάζει με έναν χαρακτήρα που δεν έχει δισταγμούς και δεύτερες σκέψεις. Όπως αποκαλύπτει όμως ο συγγραφέας υπάρχουν και στη δική του περίπτωση ηθικά διλήμματα αλλά δεν εκφράζονται ποτέ. Εμφανίζεται συμπαγής και αποφασισμένος στον δρόμο της ηθικής τελείωσης που έχει επιλέξει να βαδίσει. Μέσα από κάποιες ελάχιστες ρωγμές που θα επιτρέψει στον εαυτό του εκδηλώνεται αμυδρά η αμφιθυμία του. Μέσα από αυτές διαφαίνεται επίσης και το υπόβαθρο του ηρωισμού του αλλά και η σύγκρουση που σοβεί εντός του. Η εσωστρεφής συγκρότησή του θα έλεγα πως τον κρατά εσώκλειστο στον εαυτό του. Γι’ αυτό και το απροσδόκητο της αντίδρασής του, η μυστηριώδης εξαφάνισή του. Ποτέ κανείς δεν θα μάθει τι συνέβη σε αυτόν τον άνθρωπο.

Από την άλλη πλευρά ο Ανδρέας παρακινείται από τον Άγγελο και τον ηρωισμό της πράξης του. «Το κίνητρο για τον Ανδρέα είναι η πρόθεση και ο αγώνας του Άγγελου να σταθεί στο ύψος της συνείδησής του και της ηθικής του επιλογής και όχι η καταδίκη της γιαγιάς Από την απόφαση του Άγγελου να φέρει την υπόθεση στη δικαιοσύνη παρακινείται ο Ανδρέας ώστε να επιχειρήσει τη διαδρομή στην άκρη του εαυτού του. Έτσι προκύπτει και το τέλος τη διαδρομής του όταν πια φτάσει στην άκρη του εαυτού του».

Μια ακόμη διαφορά των δύο ανδρών είναι και ο τρόπο που λειτουργούν στον ψυχισμό τους οι οικογενειακοί δεσμοί.  Αν και ζούμε σε μια εποχή παρακμής των οικογενειακών δεσμών, ωστόσο η οικογένεια διαδραματίζει ακόμη πρωτεύοντα ρόλο. Η οικογένεια μας παρέχει τη συναισθηματική ασφάλεια στην παιδική μας ηλικία αλλά παράλληλα γίνεται και η φυλακή μας από την οποία δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε σε όλη μας τη ζωή.

«Ο Άγγελος μεγαλουργεί ως επιστήμονας προστατευμένος στη «ζεστή» αγκαλιά της με επιτίμιο όμως τη διατήρηση της συνεκτικής της δομής. Εδώ κυριαρχούν οι δεσμοί αίματος και η προνεωτιρική οργάνωση της οικογένειας με τις συμπαγείς δομές» αναφέρει ο συγγραφέας και συνεχίζει: «Από την άλλη πλευρά στην περίπτωση του Ανδρέα η οικογένεια ως πλαίσιο είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Ένας διαπρεπής πατέρας, ο Ανέστης Κυράνης, με διεθνή καριέρα ως διευθυντής φωτογραφίας στον κινηματογράφο είναι σε όλη τη ζωή του γιου του Ανδρέα ένας ωσί παρών πατέρας. Μητέρα δεν γνώρισε σχεδόν ποτέ, αφού πέθανε όταν ήταν δύο ετών. Σχέσεις όμως αποκτά μόνο με την οικογένεια της νταντάς του, της κυρα Καλής, και περισσότερο με την εγγονή της γιαγιάς του καθώς μεγαλώνουν μαζί».

Στενοί δεσμοί από τη μία, έλλειψη από την άλλη. «Η έλλειψη οικογένειας και συναισθηματικής ασφάλειας θα τον οδηγήσουν μέσα από ονειρικές περιδιαβάσεις στην Αστυπάλαια, στον ταφικό χώρο των εγχυτρισμών, στην αναζήτηση της μητέρας-μήτρας και τη ζέση της μητρικής αγκαλιάς που ποτέ δεν γνώρισε.  Ο Άγγελος καταπνίγεται από το οικογενειακό πλαίσιο, ο Ανδρέας επιδιώκει τη δημιουργία οικογενειακού πλαισίου, που ποτέ δεν απέκτησε. Οι οικογενειακοί δεσμοί λοιπόν αποδεικνύονται καθοριστικοί και για τους δύο».

Τελικά πόσο συχνά συναντάμε ανθρώπους σαν τον Άγγελο σήμερα; «Θα παραβίαζα ανοιχτές θύρες αν έλεγα πως δεν τους συναντάμε συχνά. Εκφράζουν το ήθος αλλοτινών εποχών. Ο Άγγελος υπηρετεί την ηθική τελείωση· την ταύτιση με αρχές και αξίες. Γι’ αυτό και ορίζεται ως ήρωας. Οι ηρωισμοί στη σύγχρονη ανιηρωική εποχή σπανίζουν. Πολύ δε περισσότερο όταν αρχές και αξίες αρχίζουν πια να γίνονται μουσειακό είδος. Οι κυρίαρχες αξίες της εποχής μας είναι ο αμοραλισμός, η εξυπηρέτηση της ιδιοτέλειας, η γαλούχηση του big ego, η ιδιώτευση και η κυριαρχία του αρχέγονου ενστίκτου της παντί τρόπω επικράτησης. Άνθρωποι όπως ο Άγγελος λάμπουν εκτυφλωτικά αλλά λάμπουν δυστυχώς σαν τους κομήτες. Χάνονται, γίνονται αστερόσκονη, εξαφανίζονται στο σύμπαν. Το παράδειγμά τους το τοποθετεί η εποχή μας στα όρια της γραφικότητας».

Όλα αυτά έρχονται στον αναγνώστη μέσα από μια πολύ ενδιαφέρουσα πρακτική. Με πρώτο πρόσωπο αλλά και μια επιστολή στη Λίντα που αποδεικνύεται αποκαλυπτική. «Προτίμησα το πρώτο πρόσωπο για τον εξομολογητικό χαρακτήρα του αλλά και γιατί προσφέρει πειστικότητα και αληθοφάνεια στην αφήγηση· έχει τη δύναμη της προσωπικής μαρτυρίας. Βέβαια δημιουργεί και προβλήματα στον συγγραφέα, αφού περιορίζει την εστίαση σε μια εσωτερική αφήγηση αλλά και την οπτική γωνία, καθώς ο πρωταγωνιστής είναι και αφηγητής. Ένας παντογνώστης αφηγητής με μηδενική εστίαση σαφώς διευκολύνει τον συγγραφέα ψαλιδίζει όμως την αμεσότητα που εγώ ήθελα να προβάλλω» τονίζει ο κ. Παρβαλάντζας. «Όσο για τις επιστολές ή καλύτερα την επιστολή, αφού ουσιαστικά όλο το βιβλίο μια επιστολή είναι προς την παιδική του φίλη και πρώιμο έρωτά του(;), τη Λίντα, αυτή λοιπόν γίνεται αφορμή για να μην έχει το βιβλίο έναν χαρακτήρα ημερολογίου. Χρειαζόμουν αποδέκτη και μάλιστα εκείνον που παραπέμπει στην παιδική ηλικία τού  πρωταγωνιστή μου. Μια ηλικία που ανακαλύπτει ετεροχρονισμένα αναζητώντας τον «άλλον» Ανδρέα Κυράνη, τον ιδανικό του εαυτό».

Γράψτε το σχόλιο σας