Στις αρχές του 20ού αιώνα, κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, η λίμνη των Γιαννιτσών αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα πεδία των σφοδρών ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων.

Στο πασίγνωστο ιστορικό μυθιστόρημά της «Στα Μυστικά του Βάλτου» (1937), η λογοτέχνιδα Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941) αποτυπώνει τα δραματικά γεγονότα της περιόδου αυτής και μεταφέρει νοερά τους αναγνώστες στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία των αρχών του 20ού αιώνα.

Εκεί, στη βαλτώδη λίμνη των Γιαννιτσών, ελληνικά αντάρτικα σώματα και βούλγαροι κομιτατζήδες συγκρούονται ανηλεώς ενόσω επιχειρούν να επιβάλουν την κυριαρχία τους στην περιοχή, υπό την ανοχή των Οθωμανών.

Η Δέλτα καταφέρνει να συνδυάσει υποδειγματικά τις πηγές και τα ιστορικά αρχεία με το μύθο, σε ένα κείμενο συνεκτικό και εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Οι γλαφυρές περιγραφές, οι μάχες, τα μυστήρια, οι αποδράσεις, οι προδοσίες και οι παγίδες του εχθρού ζωντανεύουν το κλίμα της εποχής και συναρπάζουν τους αναγνώστες του μυθιστορήματος.

Αυτοί παρακολουθούν τον ηρωικό αγώνα που δίνουν στην περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών δύο εξέχοντες Μακεδονομάχοι, ο καπετάν Άγρας (ο υπολοχαγός Τέλλος Άγρας ή Σαράντος Αγαπηνός, όπως ήταν το πραγματικό όνομά του) και ο καπετάν Νικηφόρος (ο ανθυποπλοίαρχος Ιωάννης Δεμέστιχας), με την πολύτιμη συνδρομή δύο παιδιών, του Αποστόλη και του Γιοβάν.

Η πόλη των Γιαννιτσών αποτίναξε τελικά τον αβάσταχτο ζυγό του κατακτητή στις 20 Οκτωβρίου 1912, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, όταν ο Ελληνικός Στρατός, έπειτα από διήμερη μάχη με τον Τουρκικό Στρατό, απελευθέρωσε την ευρύτερη περιοχή.

Η λίμνη των Γιαννιτσών πάλι, το άλλοτε θέατρο άγριων μαχών μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, αποξηράνθηκε (το έργο ολοκληρώθηκε το 1937) και τη θέση της κατέλαβε ένας εύφορος κάμπος, που παράγει βαμβάκι, δημητριακά, κηπευτικά, τεύτλα και καπνά.

Σε ανάμνηση της ιστορικής μάχης των Γιαννιτσών και της απελευθέρωσης της πόλης από τον τουρκικό ζυγό ανεγέρθηκε το 1926 ηρώο του γλύπτη Γρηγορίου Ζευγώλη, στην ανατολική είσοδο της πόλης, επί της Εγνατίας Οδού.

Η τριαδική, πυραμιδοειδής σύνθεση από ορείχαλκο, το «Μαύρο Άγαλμα», όπως το αποκαλούν οι κάτοικοι της πόλης εξαιτίας του μελανού στιλβώματός του, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ελληνικής γλυπτικής του Μεσοπολέμου.