«Ο αγνός εραστής» είναι μια ελεγεία του Αμερικανού συγγραφέα DAVID PLANTE για τον επί σαράντα χρόνια σύντροφό του, τον Έλληνα ποιητή και εκδότη Νίκο Στάνγκο, την κοινή τους ζωή και το τραγικό τέλος της. Μια μακρά σε διάρκεια ερωτική αφιέρωση, μια σχεδόν σωματική και συγκινητική σπουδή πάνω στο θέμα της απώλειας και του πένθους, της μνήμης και της φαντασίωσης.

Σε μια εποχή καταιγιστική, κατά την οποία ο άνθρωπος «δημιουργεί δεσμούς εξαρχής χαλαρούς, ώστε να μπορούν να λύνονται εύκολα, γρήγορα και δίχως πόνο», πέντε μόλις χρόνια μετά το θάνατο του συντρόφου του, ο David Plante καταγράφει μια πολυετή ιστορία αφοσίωσης που διαπερνά όλο το φάσμα της συναισθηματικής διακύμανσης: από την έξαψη της πρώτης φοράς στην απόγνωση. Από το απόλυτο σμίξιμο στην απόλυτη μοναξιά. «Εσύ, εσύ, εσύ» γράφει συνεχώς και συνθέτει ταυτόχρονα τη βιογραφία του συντρόφου του, αλλά και μια αφήγηση της ιστορίας της Ελλάδας από το 1936 (έτος γέννησης του Στάνγκου) έως το 2004, πάντα σε δεύτερο ενικό πρόσωπο. Μια απόλυτη ερωτική αφιέρωση, ένας «εξοντωτικός, τολμηρός, προσωπικός θρήνος», όπως γράφει σχετικά ο Philip Roth.

Μια παράσταση-αφήγηση όπου, σε αντίθεση με την πραγματική ιστορία, τέσσερις ηθοποιοί, δύο γυναίκες και δύο άνδρες, σχηματίζοντας 4 ζευγάρια (δύο ετερόφυλα και δύο ομόφυλα) εναλλάσσονται διαρκώς επί σκηνής και μιλούν για την αληθινή, ουσιαστική αγάπη, ανεξαρτήτως φύλων, ανεξαρτήτως ηλικίας, ανεξαρτήτως καταγωγής. Στην πλήρη έκφραση και ουσία της. Και τελικά, την ανάγκη έκφρασής της στην άγρια και μοναχική εποχή μας.

O Άρης Λάσκος, σκηνοθέτης της παράστασης μας μιλάει για αυτή τη σπουδή πάνω στον έρωτα και το πένθος.

Τι πραγματεύεται το έργο;

Πρόκειται για την πολυετή ιστορία της σχέσης του Αμερικανοκαναδού συγγραφέα David Plante και του Έλληνα ποιητή και επιμελητή εκδόσεων Νίκου Στάγκου. Ξεκίνησε το 1966 στο Λονδίνο και έληξε το 2004, με τον θάνατο του τελευταίου. Ο David μένοντας πίσω, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του ανθρώπου του, γράφει μια καταιγιστική, ειλικρινή και εντυπωσιακά προσωπική ελεγεία για την κοινή τους ζωή. Μια διαρκή διαπραγμάτευση της απώλειας, του πένθους, αλλά και της προσπάθειας του ανθρώπου που «μένει πίσω» αρχικά να αντιμετωπίσει το κενό που δημιουργήθηκε και αφετέρου να ξαναβρεί το βηματισμό του. Να μάθει να περπατάει ξανά. Κι αν όχι με τη βιολογική παρουσία του συντρόφου του, αφού τα πράγματα είναι αναπόφευκτα και αναπότρεπτα, με την πνευματική συνεπικουρία του, με τις μνήμες του και το συναίσθημά του που δεν ξεφτίζει, όσο κι αν οι άνθρωποι φεύγουν… Δείτε το και πρακτικά: αυτοί οι δύο άνθρωποι αγαπήθηκαν και έζησαν μαζί 38 ολόκληρα χρόνια, ο ένας «έφυγε», ο άλλος έγραψε μέσα στο πένθος του ένα βιβλίο για αυτό και δέκα χρόνια μετά την έκδοσή του, σε ένα θέατρο της Αθήνας αυτή η ιστορία γίνεται παράσταση… Είναι τρομερή η διάρκεια του συναισθήματος…

 

Ποιους προβληματισμούς θίγει;

Πέρα από αυτήν την ενδελεχή σπουδή στον πόνο και την απώλεια, το έργο – ακριβώς επειδή μιλάμε για μια ανασκόπηση, σαν αυτές που κάνουμε λίγο πριν την Πρωτοχρονιά – προβληματίζεται πρώτα από όλα και για τον ίδιο του τον «εαυτό»: είναι σύνηθες μετά από μια απώλεια και έναν έντονο πόνο, όλα να «μυθοποιούνται», να ανάγονται σε κάτι παραμυθικό, χαμένα λες σε έναν άκρατο θαυμασμό και μια αφόρητη νοσταλγία. Στον «Αγνό εραστή» αντιθέτως, βλέπουμε έναν άνθρωπο που αφηγούμενος όλη του τη ζωή, ξαναπιάνει το νήμα από την αρχή και προσπαθεί να κατατάξει τα πράγματα στη φυσική τους διάσταση. Επανεξετάζει και κριτικάρει όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και τον σύντροφό του. Προβληματίζεται για την αγάπη, τη μοίρα, την τυχαιότητα – τι χρειάζεται για να συναντηθούν δύο άνθρωποι στη Γη -, το πώς αγαπά κανείς, πώς διατηρεί μια σχέση. Αναποδογυρίζει όλα τα κειμήλια αυτής της σχέσης, προσπαθώντας τελικά να καταλάβει «τι ήταν αυτός ο άνθρωπος για μένα» και «τι εγώ γι αυτόν». Σε μια τόσο προσεκτική διαδικασία όλα τίθενται επί τάπητος: ο θαυμασμός, η ετερότητα, η ζήλεια, η κτητικότητα, η σωματική επαφή, η πνευματική ένωση, η ταύτιση. Τα όρια φαντασίωσης και επιθυμίας. Η εμπιστοσύνη στον άλλον. Η κατανόηση του Άλλου. Και τελικά η συνύπαρξη.

 

Ποιο είναι το προφίλ των ηρώων;

Στην θεατρική διασκευή του έργου και στην σκηνική του απόδοση επιχειρείται αρχικά μια τομή σε σχέση με την αληθινή ιστορία: δεδομένου ότι πρόκειται για μια τόσο «ολική» και καθολική ιστορία αγάπης, η αφήγηση μοιράζεται ισόποσα σε δύο άντρες και δύο γυναίκες. Η ιστορία αυτή δεν έχει φύλο. Είναι ανθρώπινη, μας αφορά όλους και όλοι θα γίνουμε κάποια στιγμή Ντέιβιντ, ή «ο άνθρωπος που έμεινε πίσω».

Υπό αυτή τη λογική οι τέσσερις ηθοποιοί διακρίνονται με βάση το πόσο απέχουν χρονικά από το συμβάν της απώλειας και το αντίστοιχο στάδιο του πένθους: είναι αυτός που του συνέβη μόλις («η πρώτη φορά»), εκείνη που είναι σε άρνηση («θα ‘θελα να έχει συμβεί διαφορετικά»), αυτός που είναι σε θυμό και απόγνωση («η μόνη μου φορά / γιατί συνέβη αυτό σε μένα») και εκείνη που είναι σε αποδοχή («η κρίση πέρασε»). Από αυτή τη σκοπιά ο καθένας εξιστορεί ένα νέο κομμάτι της ιστορίας, όντας τελικά τέσσερις εκδοχές του ίδιου προσώπου, του συγγραφέα αυτού του θρήνου.

 

Τι αναφορές έχει στο σήμερα; 

Καταρχάς μιλάμε για μια σημερινή ιστορία, ένα πρόσφατο παρελθόν. 1966 έως 2004. Πέρα από αυτό η ουσιαστική της αναφορά λειτουργεί αντιστικτικά: ζούμε σε πολύ δύσκολες εποχές, καταιγιστικών ρυθμών, όπου – νομίζω – έχουμε αποξενωθεί από τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι διάχυτος ο φόβος, ενώ αυτή η συνεχής ματαίωση που βιώνουμε (ονείρων, ιδεολογιών, προσδοκιών) μας κάνει ολοένα και πιο κλειστούς προς τους άλλους. Δεν είναι τυχαία η κατακόρυφη αύξηση της καταφυγής σε εφαρμογές γνωριμιών, οι σύντομες σχέσεις, τα διαζύγια. Όταν δεν έχεις χρόνο για τον ίδιο σου τον εαυτό, πώς θα προσεγγίσεις έναν άλλον άνθρωπο, πώς θα σχετιστείς μαζί του; Αν δεν ξέρεις εσύ ο ίδιος ποιος είσαι. Στον αντίποδα αυτού του τοπίου, σαν άλλος φάρος, έρχεται αυτή η ιστορία αγάπης να μας υπενθυμίσει ότι μπορούν δύο άνθρωποι να υπάρξουν μαζί. Και κυρίως, όχι μόνο χρονικά, αλλά ποιοτικά. Όπως αυτοί οι δύο. Θέλει πολλή μαγκιά, βαθιά ηρεμία και ενσυναίσθηση να πεις στον σύντροφό σου «Δικό σου ή δικό μου, μην αφήσεις ποτέ αυτές τις λέξεις να μπουν ανάμεσά μας», όπως είπε ο Νίκος στον Ντέιβιντ. Ή στους φευγαλέους και ενίοτε υπερφίαλους όρκους «για πάντα», να λες «εγώ μπορώ να ορκιστώ την αγάπη μου για σένα την επόμενη Τρίτη στις 4.15 μ.μ.» (όπως έλεγε συχνά ο Νίκος στον Ντέιβιντ).

 

Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να έχει πάρει ο θεατής όταν δει την παράσταση;

Θα ήθελα να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τους πόνους μας, τις απώλειές μας. Η ζωή κυλά μπροστά και δεν μας ρωτάει. Και δε λέω κάτι καινούριο. Τίποτα δε συμβαίνει δύο φορές. Ποτέ. Κι όσο απελπιστικό μπορεί να φαντάζει αυτό, άλλο τόσο απελευθερωτικό μπορεί να είναι. Ο Ντέιβιντ θα έκανε μια στάση το 1965 στο Λονδίνο ερχόμενος στην Αθήνα, όπου ήλπιζε να βρει δουλειά. Σ’ αυτή τη στάση γνώρισε τον Νίκο, που είχε μόλις μετακομίσει από την Αθήνα στο Λονδίνο. Φανταστείτε να μην πήγαινε σε αυτό το τσάι τότε. Δε θα γνώριζε τον άνθρωπο της ζωής του, δε θα ζούσε αυτήν την ζωή. Δεν θα ένιωθε αυτή την ευτυχία όπως την περιγράφει στο βιβλίο του και την αφηγούμαστε εμείς στην παράσταση. Δε θα γνώριζε όμως και τον πόνο που βίωσε, βέβαια. Αλλά και πάλι, θα άξιζε να μην αγαπήσει τον Νίκο, προκειμένου να μην πονέσει; Δεν νομίζω. Οπότε το μήνυμα είναι ένα. Ζήστε. Όπως και να ‘χει. Με όποιο κόστος.

 

Ποια είναι η αγαπημένη σας σκηνή; 

Σε ένα απόσπασμα του βιβλίου γράφει ο Ντέιβιντ για το πώς αγαπούσε ο Νίκος: «Πίστευες ότι αγαπώ σημαίνει αγαπώ απόλυτα, που σημαίνει μιαν αγάπη απαλλαγμένη από όλα τα επουσιώδη, απαλλαγμένη από οτιδήποτε σχετικό, που σημαίνει μιαν αγάπη, ω, απόλυτη. Οπότε, πρέπει να με αγαπάς βρίσκοντας σε μένα τον πυρήνα της αγάπης απόλυτο. Και αυτό έκανες». (μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης).

Δουλεύοντας την παράσταση σαν ιδέα από το 2016 – οπότε και έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο -, σαν δραματουργία από το καλοκαίρι και στις πρόβες από τις αρχές Νοεμβρίου, αναπνέοντας πια μέσα σε αυτήν την ιστορία, βλέποντάς την κυριολεκτικά στον ύπνο μου και έχοντας αφιερωθεί πλήρως σε αυτήν, λέω (και θέλω) να αγαπήσω κι εγώ απόλυτα την παράστασή μου, την πρώτη μου σκηνοθεσία για ενήλικο κοινό. Δε θα ξεχωρίσω κάτι. Την αγαπώ ολόκληρη. Και τα 65 της λεπτά.