Πόλος έλξεως για τους ανά την υφήλιο μελετητές της ανθρώπινης ιστορίας και του ανθρώπινου πολιτισμού, αλλά και για τους ταξιδιώτες εν γένει, το Βρετανικό Μουσείο άνοιξε τις πύλες του στους επισκέπτες πριν από 260 ολόκληρα χρόνια, στις 15 Ιανουαρίου 1759.

Έκτοτε, και με εξαίρεση την περίοδο των δύο παγκοσμίων πολέμων, το Βρετανικό Μουσείο παρέμεινε αδιαλείπτως ανοιχτό, κατορθώνοντας να αυξήσει σταδιακά τον αριθμό των κατ’ έτος επισκεπτών του από τις 5.000 στα 6 εκατομμύρια.

Η «κλεμμένη» και «μοναχή» Καρυάτιδα του Βρετανικού Μουσείου (το ένα από τα έξι αγάλματα κορών που στήριζαν την οροφή της νότιας πρόστασης του Ερεχθείου και αφαιρέθηκε από το λόρδο Έλγιν το 1801) αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την Κική Δημουλά:

«Βρετανικό μουσείο (Ελγίνου μάρμαρα)»

Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα
την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ
μοναχή Καρυάτιδα.
Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα
επίμονα εστραμμένο έχει
στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα
(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)
που δυό βήματα μόνον απέχει.
Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει
στη δυνατή της κόρης μέση.
Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι
τους δυό αυτούς να ‘χει ενώσει.
Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει
απ’ τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,
τον Διόνυσο φαντάζομαι
προσεκτικά απ’ τη θέση του να εγείρεται
των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων
την υποψία μην κινήσει,
κι όλος παλμό να σύρεται
τη συστολή της Καρυάτιδας
με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

Δεν αποκλείεται όμως έξω να ‘χω πέσει.
Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει
πιο δυνατή, πιο πονεμένη:
Τις χειμωνιάτικες βραδιές
και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες
τους βλέπω,
απ’ τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,
της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,
με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα
τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν
στη μνήμη τους με πάθος ν’ ανεγείρουν.

[Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005 , σ. 36-37]