Η Αθήνα Παππά φέτος ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Εαρ για μια πολύ ιδιαίτερη παράσταση. Έναν μονόλογο καθαρά γυναικείο με πολλές δυσκολίες αλλά και δυνατές στιγμές.

Το έργο «Τι με κοιτάς έτσι;» σε κείμενο και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρόδη και Ιωάννη Κυφωνίδη, αφορά σε μια γυναίκα που πάσχει από μανιοκατάθλιψη και προσπαθεί μαζί μας να καταλάβει πως έφτασε σε αυτό το σημείο.

Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας η ηρωίδα καταλήγει σε αναπηρικό αμαξίδιο και μόνο μέσα από το χιούμορ καταφέρνει και επιβιώνει.

Μια αληθινή ιστορία την οποία η Αθηνά Παππά φέρνει με τον καλύτερο τρόπο στο σανίδι. Μέσα από εσωτερικές συγκρούσεις, διλήμματα και εναλλαγή συναισθημάτων ο θεατής βρίσκει στην ιστορία κομμάτια της ζωής του και συνειδητοποιεί ότι τα αδιέξοδα είναι πολλές φορές κοινά.

Η κ. Παππά σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βεάκη. Έχει ερμηνεύσει δεκάδες σημαντικούς ρόλους και δεκάδες ηθοποιοί που ξεχώρισαν έχουν μελετήσει μαζί της.

Έχει πάρει μέρος σε 40 θεατρικές παραστάσεις, σε 25 κινηματογραφικά έργα και 20 τηλεοπτικές σειρές και τηλεταινίες. Έχει γράψει 11 θεατρικά έργα, τα οποία 10 ανέβηκαν όλα με επιτυχία σε κεντρικές σκηνές της πόλης, αλλά και στο εξωτερικό.

«Πώς μια γυναίκα σε αναπηρικό αμαξίδιο καταφέρνει να αυτοσαρκάζεται;» είναι το πρώτο πράγμα που ρωτάμε την κ. Παππά. «Η γυναίκα αυτή δεν είναι μια γυναίκα που απλά βιώνει μια σωματική αναπηρία. Είναι μια γυναίκα που νοσεί ψυχικά πρωτίστως και δευτερευόντως σωματικά. Πάσχει από μανιοκατάθλιψη».

Αυτή είναι και η δυσκολία στην ερμηνεία της ηθοποιού. Μια γυναίκα που πάσχει από τέτοια νόσο δεν λειτουργεί με τα στενά λογικά μας πλαίσια, ξεφεύγει και επανέρχεται διαρκώς.

«Την συγκεκριμένη στιγμή που αρχίζει  θεατρική πράξη την βλέπουμε καθισμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο  στο οποίο καθηλώθηκε μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοχειρίας. Είναι λοιπόν συνέπεια της ψυχικής της διαταραχής η σωματική αναπηρία της. Αφηγείται την ζωή της χρησιμοποιώντας τον σαρκασμό και τον αυτοσαρκασμό γιατί είναι ένα από τα βασικά στοιχεία του χαραχτήρα της και το μόνο που της έχει μείνει από την έντονη προσωπικότητά της» μας εξηγεί η κ. Παππά και συνεχίζει: «Έχει ζήσει την ζωή της πολύ έντονα και μέσα από την αφήγηση προσπαθεί και η ίδια να καταλάβει τι την οδήγησε σε αυτό το σημείο. Μιλώντας σε ένα φαντασιωσικό νοσοκόμο, στην ουσία μιλάει κατευθείαν στο κοινό και προσπαθεί  διαδραστικά να το συμπαρασύρει σε ένα κόσμο που δεν ξέρουμε αν είναι αληθινός η ψεύτικος. Μέσα από τις αναμνήσεις της περνάνε διάφορες εποχές και εν τέλει ενώ είναι καθηλωμένη στο αμαξίδιο η σκηνή γεμίζει από μια εσωτερική κίνηση η οποία είναι πιο δυνατή από την ίδια την κίνηση».

Αναρωτιέμαι πως καταφέρνει η κ. Παππά να κρατάει το ενδιαφέρον ζωντανό και να μην αφήνει λεπτό τον θεατή να πάρει από πάνω της τα μάτια του. Ένας μονόλογος είναι πάντα απαιτητικός αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση η καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο ηρωίδα, δεν έχει και πολλά περιθώρια σκηνικής δράσης. Και όμως καταφέρνει να μην αφήνει κενά και μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά να έχεις ξεχάσει ότι παρακολουθείς μια μόνο ηθοποιό. Να νιώθεις ότι στη σκηνή περνάνε δεκάδες χαρακτήρες, εικόνες, μικρές ιστορίες.

«Δεν υπάρχει μαγική συνταγή, υπάρχει καλή συνεργασία. Ο μονόλογος στο θέατρο είναι από τα πιο δύσκολα ήδη. Είσαι μόνος σου σε μια σκηνή, πρέπει να την γεμίσεις, να είσαι ένας και να φαίνεσαι πολλοί, να συμπαρασύρεις το κοινό, να του περάσεις χίλια δυο συναισθήματα να το κάνεις συνένοχο αλλά και συμπρωταγωνιστή σου. Είναι ένα στοίχημα που βάζεις με τον εαυτό σου» αναφέρει η ίδια και μου εξηγεί με ποιον τρόπο σκηνοθετείται ένας μονόλογος.

«Δεν μπορεί να σκηνοθετηθεί ένας μονόλογος με την έννοια που σκηνοθετείται ένα άλλο θεατρικό είδος. Στην ουσία χρειάζεται να μεταφέρεις όλες σου τις εμπειρίες τις τεχνικές και ότι άλλο έχεις σαν ηθοποιός, τα όπλα σου εν ολίγοις και να τα καταθέσεις ενώπιον του κοινού. Ο σκηνοθέτης στην προκειμένη είναι ο συντονιστής σου, το μάτι σου, ο αποδέκτης σου, ο σύμβουλός σου, πριν εκτεθείς στο κοινό. Είμαι πολύ τυχερή γιατί εδώ στο συγκεκριμένο έργο δούλεψα με ένα πρώην μαθητή μου ο οποίος συνυπογράφει και το θεατρικό αυτό έργο  μαζί με τον Ιωάννη Κυφωνίδη, τον Κωνσταντίνο Ρόδη. Υπήρχε συνεννόηση, συνενοχή, απόλυτη ταύτιση απόψεων και εν τέλει άψογη συνεργασία. Στο συγκεκριμένο έργο η δράση είναι πολύ δυνατή μια και περνάνε όλα σχεδόν τα είδη του θεάτρου από μέσα. Μπουρλέσκ, δράμα, κωμωδία, γέλιο, κλάμα, πόνος, χαρά αλήθεια, ψέμα, είναι ένα ζωντανό θέατρο».

Μεγάλο μερίδιο σε αυτή την επιτυχία έχει βέβαια και η ίδια η ζωή  της ηρωίδας. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, για μια ζωή πολύ ενδιαφέρουσα, για μια γυναίκα που έζησε στα άκρα, που παρασύρθηκε από τα πάθη της. Πέρασε από το ένα άκρο στο άλλο, διέλυσε τα πάντα για χάρη του έρωτα και της αγάπης που εναγωνίως έψαχνε και όταν το βρήκε την πρόδωσε. Τότε είναι που γύρισε πίσω και άρχισε πάλι κάτι που είχε αφήσει στη μέση, αλλά συνειδητοποίησε ότι τίποτα δεν είναι ίδιο. «Διέκρινε την ματαιότητα και απαρνήθηκε τελικά τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτό έκανε η ηρωίδα, αυτό μας διηγείται και από μόνο του είναι ενδιαφέρον».

 

 

Πώς όμως μια γυναίκα φτάνει σε αυτό το σημείο; «Αυτό είναι και το δικό της ζητούμενο. Σε όλο το έργο αναρωτιέται και η ίδια πως έφτασε η γιατί έφτασε στο σημείο αυτό. Αναρωτιέται και υποθέτει, είναι αυτό; είναι το άλλο;» μας εξηγεί η Παππά και συνεχίζει: «Το έργο βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Η γυναίκα αυτή έφυγε από την ζωή και ποτέ δεν ανακάλυψε τι ήταν αυτό που την οδήγησε σε αυτό το σημείο. Τελικά η ίδια η ζωή της η εναγώνια αναζήτησή της για αγάπη; Καταλήγουμε ότι αυτή η γυναίκα νοσούσε και γι αυτό τον λόγο έφτασε στο σημείο αυτό. Αυτό αν θέλετε είναι και το ζητούμενο. Οι άνθρωποι που πάσχουν από μανιοκατάθλιψη που νοσούν, χρειάζονται μια αγκαλιά, χρειάζονται ένα χάδι, χρειάζονται αγάπη και ένα ζεστό βλέμμα που να τα περιβάλλει όλα αυτά. Από τους δικούς τους ανθρώπους από το ίδιο το κοινωνικό τους περιβάλλον, απ όλους εμάς τους μη νοσούντες χρειάζονται αγάπη».

Η κ. Παππά καταφέρνει να μας κάνει να ακολουθήσουμε την πορεία της ηρωίδας, χωρίς όμως να την λυπούμαστε, χωρίς να νιώθουμε οίκτο. Ούτε για την ψυχική της, ούτε για την σωματική της κατάσταση. «Δεν υπάρχει έμπνευση αλλά αλήθεια η οποία βασίζεται στην παρατήρηση, στην έρευνα, και στην βοήθεια για ενημέρωση από ειδικούς, για το τι σημαίνει να είσαι μανιοκαταθλιπτικός, να νοσείς. Από την άλλη είναι η μακροχρόνια εμπειρία, και η αναζήτηση μου μέσα από το θέατρο αλλά και η μη επανάπαυσή μου στα εύκολα» αναφέρει η ηθοποιός και ζητάμε διευκρινίσεις. «Κάθε τι δύσκολο με ελκύει. Στο θέατρο το δύσκολο δεν είναι ακατόρθωτο αλλά το κίνητρο για να πας παραπέρα, να ανακαλύψεις πτυχές του εαυτού σου που δεν ήξερες να πειραματίζεσαι ,να ερευνάς, να δημιουργείς. Δεν αρκεί μόνο το οποιοδήποτε ταλέντο, χρειάζεται σκληρή δουλειά».

Φτάνοντας στο τέλος της συζήτησής μας ζητάω από την κ. Παππά να σχολιάσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με αναπηρίες στην Ελλάδα του 2018. «Πολλές δυστυχώς» είναι η πρώτη της απάντηση και εξηγεί: «Δεν υπάρχουν υποδομές, Δεν υπάρχουν δρόμοι, για αναπηρικά αμαξίδια, εστιατόρια, που να έχουν πρόσβαση για ανάπηρους, ακόμα και τα περισσότερα θέατρα δεν έχουν μεριμνήσει για τους ανθρώπους με αναπηρία και είναι λυπηρό να παραμερίζονται κοινωνικά οι άνθρωποι αυτοί και να νιώθουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας».

Εκτός από την θεατρική της εμπειρία η ίδια έχει υπάρξει για ένα διάστημα σε αναπηρικό αμαξίδιο και ένιωσε από πρώτο χέρι πως είναι να μην μπορείς να κινηθείς στην πόλη σου. «Υπήρξα για ένα διάστημα ανάπηρη -6 μήνες- μετά από ένα πολύ μεγάλο ατύχημα που είχα και έπρεπε να κυκλοφορώ με αναπηρικό αμαξίδιο. Όταν βγήκα την πρώτη φορά έξω στον δρόμο με τον φυσικοθεραπευτή μου τα ‘χασα. Κανένας σεβασμός  από τους περαστικούς, από τους οδηγούς κοντεύανε να μας σκοτώσουν. Τραγική εμπειρία. Γύρισα σπίτι και τον παρακάλεσα να μην βγούμε ποτέ ξανά μέχρι να γίνω καλά και αυτό έκανα. Φανταστείτε όμως όλους αυτούς τους συνανθρώπους μας που βιώνουν αυτό συνεχώς καθημερινά και δεν έχουν την δυνατότητα να αποκατασταθούν. Είμαστε ακόμα πολύ πίσω ως προς αυτό το θέμα. Εκτός από την μέριμνα της Πολιτείας, χρειάζεται και κοινωνική συνείδηση».