Ο Λευτέρης Βουρνάς ήταν ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου, που έπαιζε κυρίως δευτεραγωνιστσικούς ρόλους. Το γεγονός ότι έφυγε γρήγορα από τη ζωή, δεν του επέτρεψε να ξετυλίξει όλο του το ταλέντο.

Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του, μιλούν για έναν άνθρωπο ευαίσθητο εσωστρεφή και κυκλοθυμικό. Τα δύσκολα παιδικά χρόνια που πέρασε  δικαιολογούν αυτές τις ιδιαιτερότητες στον χαρακτήρα του.

 

Γεννήθηκε το 1942 στην Αθήνα εν καιρώ πολέμου από τη Νίκη Θεοτοκάτου και τον Γίαννη Βουρνά.

Στην τρυφερή ηλικία των 2 χρόνων ο ψυχισμός του δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα όταν χάνει τη μητέρα του και απομένει με την αδελφή και τον πατέρα του.

Δυστυχώς όμως, ακολούθησε και δεύτερο χτύπημα από τη μοίρα όταν και ο πατέρας του αναγκάζεται να φύγει στο εξωτερικό, στην Τασκένδη, ως πολιτικός πρόσφυγας λόγω του εμφύλιου πολέμου.

Τον μικρό τότε Λευτέρη τον υιοθετεί η Αθηνά Καγκελάρη, αδελφή της γιαγιάς του, ενώ ταυτόχρονα αποχωρίζεται και από την αδελφή του. Η ηλικιωμένη γυναίκα αν και είναι οικονομικά ευκατάστατη, δεν καταφέρνει να καλύψει τα συναισθηματικά κενά του μικρού αγοριού.

Η ενασχόληση του με την υποκριτική ξεκινά σε ηλικία 18 ετών όταν παίζει δίπλα στην Ειρήνη Παππά, τον Ανδρέα Μπαρκουλη και το Νίκο Κούρκουλο στηνταινία Μπουμπουλίνα και στη συνέχει γράφεται στη Δραματική Σχολή Σταυράκου. Στο θέατρο εμφανίζεται το 1962 στο έργο «Κόκκινα Φανάρια» ενώ συνολικά έχει παίξει σε 2 κινηματογραφικές ταινίες, κυρίως αισθηματικές και κωμωδίες ανάμεσα στις οποίες «Ίλιγγος», «Ιστορία μιας ζωής», «Αμόκ», «Χαμένη Ευτυχία», «Το κοροϊδάκι της πριγκηπέσας», «Ο κυρ-Γιώργης εκπαιδεύεται» και άλλες.

Το 1971 παντρεύεται την Αθηνά και οι δυο τους μετακομίζουν στη Βούλα.

Τα φώτα της δημοσιότητας και η αναγνωρισιμότητα είναι πολύ επιφανειακά για να παρηγορήσουν τα βαθιά συναισθηματικά του κενά.

Όλα αυτά τα χρόνια ο Λευτέρης Βουρνάς δε σταματά να ψάχνει απεγνωσμένα τον πατέρα του στη Ρωσία. Τον Απρίλιο του 1975 θα καταφέρει τελικά να ανταμώσει με τον πατέρα του όταν εκείνος έρχεται στον Πειραιά. Τότε ο Λευτέρης μαθαίνει ότι ο πατέρας του έχει παντρευτεί ξανά και έχει αποκτήσει ακόμα ένα παιδί. Η διαμονή του πατέρα του στην Ελλάδα ήταν ολιγόωρη και δεν πρόλαβαν να απαντηθούν ερωτήματα που βασάνιζαν το μυαλό του για χρόνια.

Από τότε αρχίζει η καθοδική πορεία και τα ψυχολογικά προβλήματα αρχίζουν να γιγαντώνονται.

Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται, όταν η θεία που τον είχε μεγαλώσει φεύγει από τη ζωή και η ήδη πονεμένη ψυχή του τραυματίζεται περισσότερο.

Από τότε ξεκινά για τον ίδιο μια μεγάλη περίοδος εσωστρέφειας και κατάθλιψης. Μάλιστα η απώλεια της θετής του μητέρας, τον συγκλόνισε τόσο που αμέσως μετά το θάνατό της και χωρίς να ειδοποιήσει τη σύζυγό του Αθηνά, φεύγει από το σπίτι του στη Βούλα και πάει να μείνει στο σπίτι της ίδιας στην Πλατεία Αμερικής.

Μετά από ένα χρόνο επιστρέφει στη συζυγική του στέγη, εμφανώς καταβεβλημένος ψυχικά, αφού πλέον η κατάθλιψη έχει κυριαρχήσει τη ζωή του, εμποδίζοντάς τον ακόμα και να φάει.

Την 1η Ιουλίου του 1974, σε ηλικία 45 χρόνων, αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του. Κλεισμένος στο διαμέρισμά του, προσπάθησε με πολλούς τρόπους να αυτοκτονήσει. Αρχικά παίρνοντας χάπια, μετά βγάζοντας τα καλώδια από ένα φωτιστικό για να πάθει ηλεκτροπληξία, βάζει ένα μαξιλάρι μέσα στη γεμάτη με νερό, μπανιέρα, για να πνιγεί, κόβει με ένα ξυράφι τις φλέβες του, αλλά όταν ακούει την σύζυγό του να ουρλιάζει έξω από την πόρτα του διαμερίσματος τους, πέφτει από τον τρίτο όροφο.