Η λέξη που προφέρεται ως «duìbùqǐ» στα μανδαρινικά κινέζικα σημαίνει «λυπάμαι», «συγγνώμη», «ήμουν λάθος» και είναι μια από τις τρεις πιο κοινές λέξεις που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος στη γλώσσα αυτή για να απολογηθεί. Αυτήν επέλεξαν σε μια κοινή τους δήλωση ο Stefano Gabbana και ο Domenico Dolce, σε μια προσπάθεια τους να κοπάσουν τις αντιδράσεις που προκάλεσαν, με διαφημιστικά τους σποτ, στην Κίνα κι η οποία οδήγησε μεγάλους λιανοπωλητές, διασημότητες και ακριβούς πελάτες να αποκηρύξουν τον ιταλικό οίκο.

 

Οι επίμαχες διαφημίσεις έδειχναν μια Κινέζα, σε ένα χώρο διακοσμημένο με διάφορα αντικείμενα που θεωρούνται παραδοσιακά (φανάρια, παραβάν με στίχους κλπ), να αγωνίζεται να φάει μακαρόνια και πίτσα με τσόπστικς. Στο ένα βίντεο μάλιστα προσπαθεί να φάει ένα κανόλι και ακούγεται μια αντρική φωνή να τη ρωτά «μήπως είναι πολύ μεγάλο για σένα;». Αυτή η χρήση των παλιακών πολιτισμικών στερεοτύπων, με τρόπο που γελοιοποιεί και προσβάλλει, πυροδότησε σφοδρότατη κριτική από τους καταναλωτές, τα ΜΜΕ και σημαντικούς σελέμπριτι της Κίνας,  αναγκάζοντας την ιταλική μάρκα να ακυρώσει την προγραμματισμένη επίδειξη του οίκου στη Σαγκάη για να αποφύγει το προδιαγεγραμμένο φιάσκο αν και υπάρχουν δημοσιεύματα που υποστηρίζουν ότι η επίδειξη απαγορεύτηκε από την κινεζική κυβέρνηση.

Αυτό που ξεκίνησε ως μια ρατσιστική γκάφα όμως έγινε ακόμη πιο σοβαρό όταν διέρρευσαν στο διαδίκτυο screenshots από μια ιδιωτική συνομιλία στο Instagram, στην οποία ο Stefano Gabbana φαίνεται να αναφέρεται στους Κινέζους ως μια «Ignorant Dirty Smelling Mafia» («βρωμερή ανόητη μαφία»), να αφήνει υπονοούμενα ότι τρώνε σκύλους και να χρησιμοποιεί το emoji με το…χαμογελαστό περίττωμα για να περιγράψει τη χώρα. Η αντίδραση του οίκου ήταν μια δήλωση ότι ο λογαριασμός του Gabbana είχε παραβιαστεί από χάκερ. Ο ίδιος ο Gabbana επέμεινε ότι δεν έγραψε ποτέ τα απρεπή σχολία.

 

Η οργή οδήγησε σε εκκλήσεις για μποϊκοτάζ στον ιταλικό οίκο σε μια από τις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου, εκεί όπου οι αντίπαλοι του από τη Louis Vuitton την Gucci προσπαθούν να επεκταθούν.

 

Μέσα σε λίγες μέρες όλα τα προϊόντα της μάρκας αποσύρθηκαν από τα ράφια του κορυφαίας αλυσίδας Lane Crawford, που διαθέτει 10 πολυκαταστήματα στην Κίνα, από τα καταστήματα του ομίλου YNAP Group και από μεγάλους κινεζικούς διανομείς ηλεκτρονικού εμπορίου όπως οι TMall, JD.com και Secoo, μεταξύ άλλων.

 

Ο οίκος αφαίρεσε τα αρχικά διαφημιστικά βίντεο από όλους τους λογαριασμούς που διατηρεί στο Instagram, το Twitter και το Facebook, δύο ημέρες μετά τη διαγραφή τους από τα κινεζικά κοινωνικά μέσα.

 

Η τρίτη, κοινή αυτή τη φορά, απολογητική δήλωση των σχεδιαστών, σε βίντεο, δημοσιεύτηκε την Παρασκευή το απόγευμα στον επίσημο λογαριασμό της Dolce & Gabbana στο Weibo (το μεγαλύτερο κοινωνικό δίκτυο της Κίνας).

 

Στο βίντεο αυτό οι σχεδιαστές, ντυμένοι στα μαύρα, μιλούν απευθείας στην κάμερα, με πολύ θλιμμένο ύφος.

« – (Dolce) Σκεφτήκαμε πολύ τις τελευταίες ημέρες και με μεγάλη λύπη για το τι συνέβη σε εμάς και για αυτό που έχουμε προκαλέσει στη χώρα σας, σας απολογούμαστε βαθιά. Οι οικογένειές μας μας δίδαξαν να δείχνουμε σεβασμό σε όλους τους διαφορετικούς πολιτισμούς, σε όλο τον κόσμο, και γι ‘αυτό λυπούμαστε αν κάναμε λάθη στην αναπαράσταση του δικού σας .

 

– (Gabbana) Θα θέλαμε να ζητήσουμε συγγνώμη από όλους τους Κινέζους, σε όλο τον κόσμο, επειδή υπάρχουν πολλοί. Παίρνουμε αυτή τη συγγνώμη και τα μηνύματα που λάβαμε από εσάς πολύ σοβαρά.

 

– Είμαστε ανέκαθεν ερωτευμένοι με την Κίνα, έχουμε επισκεφθεί τη χώρα, πολλές πόλεις της, πολλές φορές και αγαπάμε τον πολιτισμό σας. Σίγουρα έχουμε πολλά να μάθουμε και γι ‘αυτό απολογούμαστε αν κάναμε λάθη στο πως εκφραστήκαμε.

 

– Σίγουρα δεν θα ξεχάσουμε αυτήν την εμπειρία και σίγουρα κάτι τέτοιο δεν θα ξανασυμβεί. Θα προσπαθήσουμε να κάνουμε καλύτερα πράγματα και θα δείχνουμε σεβασμό στον κινεζικό πολιτισμό με κάθε τρόπο. Από τα βάθη της καρδιάς μας, ζητάμε τη συγχώρεση σας.

 

– (μαζί) Dui bu qi. (Συγγνώμη)».

 

Η προϊστορία πάντως των δυο μόδιστρων στα τόσα χρόνια της δημόσιας παρουσίας τους δικαιολογεί κάθε καχυποψία. Παρά τα κροκοδείλια δάκρυα στον φόβο της απώλειας της τεράστιας κινεζικής αγοράς, οι δυο τους φαίνεται πως έχουν αρχίσει να «χάνουν» το παιχνίδι της ευπρέπειας εδώ και αρκετά χρόνια. Οι Dolce & Gabbana είναι ρατσιστές, αδιαμφισβήτητα, και αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που το αποδεικνύουν. Το αίσθημα μιας τάχα μου ιταλικής υπεροχής τους τύφλωσε, μαζί με τον ανίκητο συνδυασμό φήμης και υπεροψίας, εξ ου και οδηγήθηκαν να κλαίγονται μαυροντυμένοι σε κακοφωτισμένα βίντεο.

 

Με ξύλινα λόγια και βλέμμα ταπεινό τραγούδησαν το τραγούδι της συγχώρεσης με τόσο φάλτσο τρόπο, που ήταν αδύνατο να μη φέρει κανείς στο νου πόσες φορές έχουμε ξανακούσει συγγνώμη από αυτούς τους δύο. Τον Ιανουάριο του 2012 απαγόρευσαν την λήψη φωτογραφιών, χωρίς καμία αιτιολογία, μέσα στο κεντρικό τους κατάστημα στην λεωφόρο Καντον στο Χονγκ Κονγκ. Μετά από διαμαρτυρίες εξέδωσαν μια δήλωση που ζητούσαν συγγνώμη. Το Σεπτέμβριο του 2013 κατηγορήθηκαν πως εξαιρούσαν μαύρα μοντέλα από τις επιδείξεις τους, προβάλλοντας ως αιτιολογία το ότι η κολεξιόν ήταν εμπνευσμένη από την Σικελία και ήθελαν να δείξουν «τις πτυχές της σιτσιλιάνικης κουλτούρας», όσο πιο πιστά (κι όσο πιο λευκά) μπορούσαν.

 

Το 2015 συγκίνησαν με την χριστιανοσύνη τους δηλώνοντας πως η οικογένεια πρέπει να παραμείνει παραδοσιακή και για το λόγο αυτό διαφωνούν με την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια. Όταν όμως ο Έλτον Τζον, που έχει υιοθετήσει με τον σύντροφο του δύο παιδιά, τους πήρε τηλέφωνο για να τους μεταφέρει τα αισθήματα του για τις δηλώσεις του, ο Dolce επανήλθε περίλυπος και βεβαιώνοντας πως «κατάλαβα ότι τα λόγια μου ήταν απρεπή». Τα τελευταία χρόνια συνεχίζουν ακάθεκτοι το σερί πετυχημένων δηλώσεων. Μεταξύ άλλων, αποθέωσαν την Μελάνια Τραμπ, αποκάλεσαν «άσχημη» την Σελίνα Γκόμεζ και δήλωσαν στο Reuters πως «δεν θέλουμε έναν Ιάπωνα σχεδιαστή στην ομάδα του οίκου μας».

 

Diu bu qi, μήπως μας περνάτε για ηλίθιους;