Στο πλαίσιο της κλασικής φιλολογίας, ομηρικό ζήτημα καλείται το σύνολο των φιλολογικών προβλημάτων που σχετίζονται με την ταυτότητα του δημιουργού της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, τον τρόπο σύνθεσης των δύο επών και τη χρονολόγησή τους.

Αρχής γενομένης από τους αλεξανδρινούς λογίους στην αρχαιότητα, αμέτρητοι ειδικοί ερευνητές και κριτικοί της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας επιχείρησαν στο διάβα του χρόνου να δώσουν πειστικές απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα, όπως το εάν τα δύο μεγάλα αρχαία ελληνικά έπη αποτελούν όντως έργα του ίδιου ποιητή, καθώς και το εάν η μορφή με την οποία αυτά έχουν διασωθεί είναι πράγματι εκείνη που τους είχε δοθεί από το δημιουργό τους ή είναι απόρροια μεταγενέστερων συνενώσεων, προσθηκών, τροποποιήσεων ή αλλοιώσεων.

Η ανά τους αιώνες μελέτη των ιστορικών, θρησκευτικών, γεωγραφικών, γλωσσικών, μετρικών και υφολογικών στοιχείων των δύο επών, καθώς και η εξέταση των πολιτισμικών γνωρισμάτων και των ηθικών χαρακτηριστικών τους, οδήγησαν στην εξαγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα.

Προβλήματα όπως χάσματα στη λογική εξέλιξη της δράσης, εσωτερικές ανακολουθίες, επαναλήψεις και αντιφάσεις, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Όμηρος της Οδύσσειας δεν ήταν ο Όμηρος της Ιλιάδας από την άποψη του ποιητικού ύφους, οδήγησαν διαφόρους μελετητές στο συμπέρασμα ότι τα δύο έπη δε θα μπορούσαν να είναι έργα του ίδιου ποιητή, αλλά και στη διατύπωση της θεωρίας ότι αυτά προήλθαν είτε από τη συγκόλληση – συρραφή – συμπίληση μικρότερων ανεξάρτητων επών είτε από τη σταδιακή διεύρυνση – επέκταση ενός αρχικού πυρήνα.

Άλλοι μελετητές υποστήριξαν ότι στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια χρησιμοποιείται υλικό από προγενέστερα ποιήματα μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης, υλικό το οποίο τρόπον τινά μετασχηματίζεται.

Σύμφωνα πάλι με μια ενδιαφέρουσα άποψη που συμπεριλαμβάνεται στη γραμματεία του ομηρικού ζητήματος, τα ποικίλα είδη των ανωμαλιών και παραφωνιών στα ομηρικά έπη δείχνουν με αρκετή σαφήνεια ότι τα δύο ποιήματα δεν υπήρξαν ελεύθερη επινόηση ενός ή δύο ξεχωριστών ανθρώπων, αλλά σύνθετες δημιουργίες που περιείχαν στοιχεία διαφορετικών εποχών, διαφορετικού ύφους και διαφορετικών πολιτισμών.

Παρά ταύτα, παρά την ανομοιότητα και την ποικιλία που χαρακτηρίζουν τα δύο έπη, η εντύπωση που δημιουργείται σε κάθε ακροατή ή αναγνώστη, σε οποιαδήποτε εποχή, είναι ότι καθένα από τα εν λόγω ποιήματα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ενότητα — ένα αμάλγαμα από διαφορετικά ίσως στοιχεία, τα οποία όμως είναι τόσο στενά δεμένα μεταξύ τους, ώστε να σχηματίζουν έναν νέο, αυτοδύναμο, σκόπιμα τεχνουργημένο οργανισμό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο