«Η παρείσφρηση» («BlacΚkΚlansman», ΗΠΑ, 2018). Ενώ ως σκηνοθέτης αλλά και ως αμερικανός πολίτης ο Σπάικ Λι παραμένει ένας φλογερά οργισμένος (συχνά σε σημείο αντιπάθειας) υπερασπιστής των δικαιωμάτων των μαύρων, το χιούμορ του, κάποτε, ήταν δυναμικό στοιχείο των ταινιών του. Σε αυτό ακριβώς το χιούμορ επιστρέφει με την (αληθινή) ιστορία ενός μαύρου αστυνομικού ονόματι Ρον Στάλγουορθ (Tζον Ντέιβιντ Ουάσιγκτον), ο οποίος στο Κολοράντο της δεκαετίας του 1970 κατάφερε να παρεισφρήσει στην Ku Klux Klan και να εξαρθρώσει ένα παράρτημά της. Ο Στάλγουορθ έριχνε το δόλωμα με τα τηλεφωνήματά του και ένας λευκός συνάδελφός του, ο Φλιπ Ζίμερμαν (Ανταμ Ντράιβερ), εμφανιζόταν στην Klan. Το αντιρατσιστικό μένος του Λι μένει στο περιθώριο και αυτό που εντέλει ξεχωρίζει είναι η cool, στρωτή αφήγηση με τις σπίθες από ένα διαβρωτικό χιούμορ, πηγή του οποίου δεν είναι άλλη από την απέραντη ηλιθιότητα των λευκών αμερικανών ρατσιστών.

«Το ατελιέ» («L» atelier», Γαλλία, 2017). Με φόντο ένα θερινό εργαστήρι δημιουργικής γραφής κάπου στη Νότια Γαλλία, ο Λοράν Καντέ κοιτάζει με ουσία τη σημερινή νεολαία της Γαλλίας μιλώντας για τη δυσκολία των εφήβων να βρουν τον δρόμο που πραγματικά θέλουν να χαράξουν στη ζωή τους. Η ιστορία εστιάζεται στη σχέση της αριστερής δασκάλας (Μαρίνα Φοΐς) και του πιο ταλαντούχου μαθητή της τάξης (Ματιέ Λουτσί), ο οποίος όμως δείχνει να «φλερτάρει» με ακροδεξιές απόψεις. Ο Καντέ ανάβει τα αίματα προσθέτοντας στην ιστορία το στοιχείο του θρίλερ, αλλά το πιο δυνατό σημείο της ταινίας είναι οι σκηνές όπου τα παιδιά ανταλλάσσουν ιδέες και γνώμες, επιθετικά ή ήπια, τόσο μεταξύ τους όσο και με τη δασκάλα· αυτές οι σκηνές είναι εξάλλου η δύναμη του Καντέ, όπως είχε φανεί κυρίως στο «Ανάμεσα στους τοίχους», μια καίρια ταινία που σχολίαζε το εκπαιδευτικό σύστημα της Γαλλίας της εποχής της (2008).

«Οίκτος» (Ελλάδα, 2018). Πέρασαν έξι χρόνια από το «L» ώστε ο σκηνοθέτης του, ο Μπάμπης Μακρίδης, να παρουσιάσει μια δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία – και η αναμονή άξιζε τον κόπο. Στον «Οίκτο» ο σκηνοθέτης πλάθει κάτι σαν ένα – τουλάχιστον – αξιοπερίεργο σκίτσο ανθρώπου τόσο μακρινού αλλά συγχρόνως τόσο κοντινού μας. Ο 45άρης δικηγόρος, που υποδύεται υποδειγματικά ο (κατά βάση κωμικός) ηθοποιός Γιάννης Δρακόπουλος, είναι μια περίπτωση ανθρώπου που εκ πρώτης όψεως χρήζει ψυχανάλυσης: εθισμένος στον οίκτο των γύρω του, προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον κερδίσει, ακόμα και όταν ο οίκτος αυτός θεωρητικά εξαντλείται, αφού η γυναίκα του (Εύα Σαουλίδου) αναρρώνει από το κώμα στο οποίο βρίσκεται. Θα έλεγες ότι η έλλειψη οίκτου προκαλεί πανικό στον ήρωα, ο οποίος θα φτάσει στα άκρα για να τον αποκτήσει ξανά. Ο σκηνοθέτης επεξεργάζεται με στυλ και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «λοξή» πλανοθεσία αυτή την, ούτως ή άλλως, πρωτότυπη ιδέα που γεννήθηκε σε συνεργασία με τον Ευθύμη Φιλίππου («Κυνόδοντας» κ.ά.). Εντέλει εμπνευσμένες σκηνές ισορροπούν με επιτυχία ανάμεσα στην κωμωδία και τσο δράμα και σφηνώνονται στη μνήμη (το κέικ της γειτόνισσας, η κουβέντα στο θερμοκήπιο, το τάισμα του σκύλου, η προσπάθεια του ήρωα να πείσει τη γυναίκα του να κάνει μαστογραφία κ.ά.).

«Η συνάντηση» («The place», Ιταλία, 2018) του Πάολο Τζενοβέζε. Από τον ιταλό σκηνοθέτη της επιτυχίας «Δύο ξένοι», μια ταινία «δωματίου» ή, για την ακρίβεια «καφέ» πάνω στις συναντήσεις ενός μυστηριώδους τύπου (Βαλέριο Μαστραντέα) με διάφορους ανθρώπους που του εκφράζουν κάποιες επιθυμίες τους. Τι είναι τελικά αυτός ο αινιγματικός άνθρωπος που δεν χάνει ποτέ την ψυχραιμία του και νιώθεις ότι τον περιβάλλει μια ατσαλένια σιγουριά; Είναι γκάνγκστερ; Αγγελος; Ο Θεός ο ίδιος; Οι απαντήσεις ίσως και να μην έχουν και τόση σημασία, γιατί η ατμόσφαιρα του ανεξήγητου που πηγάζει μέσα από τους διαλόγους είναι ο μαγνήτης αυτής της ταινίας, η οποία αποτελεί ελεύθερη διασκευή της καναδέζικης τηλεοπτικής σειράς «The booth at the end».

«Μια μικρή χάρη» («A simple favor», ΗΠΑ, 2018) του Πολ Φέιγκ. Μια αμερικανίδα μικροαστή (Αννα Κέντρικ) θα μπλέξει άσχημα εξαιτίας μιας πανέμορφης και επικίνδυνης γυναίκας την οποία θαυμάζει (Μπλέικ Λάιβλι). Καλοφτιαγμένο θρίλερ μυστηρίου που ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο γυναικείους πόλους, της πονηριάς και της αθωότητας. Η «είσοδος» της Λάβλι στην ταινία είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή, αλλά το κυρίως μέρος μπερδεμένο, ασαφές και όχι τόσο γοητευτικό όσο στην «Εξαψη» π.χ. του Λόρενς Κάσνταν, την οποία η «Μικρή χάρη» σε μερικά σημεία σεναριακά θυμίζει. Αίσθηση πάντως έχει κάνει το ομώνυμο μπεστ σέλερ της Ντάρσι Μπελ (εκδ. Κλειδάριθμος). Επίσης, έχει ωραίο σάουντρακ.

«Κin» (ΗΠΑ, 2018) Περιπέτεια φαντασίας των Τζόναθαν και Τζος Μπέικερ. Δύο ετεροθαλή αδέλφια, ο ένας λευκός και πρώην κατάδικος (Τζακ Ρέινορ), ο άλλος μαύρος και ανήλικος (Μάιλς Τρούιτ), καταδιώκονται από γκάνγκστερ, στους οποίους ο πρώτος χρωστάει, αλλά και μυστηριώδεις ενστόλους, οι οποίοι θέλουν το  τρομερών δυνατοτήτων όπλο που ο δεύτερος έχει στην κατοχή του. Οικογενειακό δράμα, περιπέτεια φαντασίας και ταινία δρόμου μαζί, με νουάρ ατμόσφαιρα και όμορφο γύρισμα που της δίνει μια πολύ ελκυστική όψη. Τίποτε όμως άξιο λόγου, εκτός ίσως από τις σκηνές του κακοποιού Τζέιμς Φράνκο.

«Searching» (ΗΠΑ, 2018) Περιπέτεια του Ανις Τσαγκάντι. Μια ιστορία εξαφάνισης, της οποίας η έρευνα γίνεται στο μεγαλύτερο μέρος της σχεδόν αποκλειστικά μέσα από ένα δωμάτιο. Με μόνο όπλο του τον υπολογιστή, ένας πατέρας (Τζον Τσο) αποφασίζει να βρει τα ίχνη της κόρης του (Μελίσα Λα). Η μεγάλη οθόνη γεμίζει από διάφορες μικρές οθόνες όπου βλέπουμε ως επί το πλείστον σελίδες που γνωρίζουμε καλά από το Διαδίκτυο. Facebook, Google, Google maps, Instagram, Facetime, gmail, Μessenger. Το όλο εγχείρημα κάποια στιγμή κουράζει, αν και η ανατροπή του τέλους ομολογώ ότι με ξάφνιασε.

«Τι θα πει ο κόσμος» («Hva vil folk si», Νορβηγία / Δανία / Σουηδία / Γαλλία / Γερμανία, 2017) της Ιράμ Χακ. Επίγειος εφιάλτης αυτό το χρονικό μιας εξαντλητικής καταπίεσης: εκείνης που ασκούν στην έφηβη κόρη τους (Μαρία Μοζντάχ) οι πακιστανοί γονείς της, μετανάστες στη Noρβηγία. Είναι αδύνατον να περιγραφεί με λέξεις το μαρτύριο που στις μέρες μας μπορεί να περάσει ένας νέος άνθρωπος απλώς και μόνο επειδή ενδέχεται να έκανε… σεξ με κάποιον άνθρωπο διαφορετικής εθνικότητας. Ολα αυτά, δε, στηρίζονται σε γεγονότα που συνέβησαν στην ίδια τη σκηνοθέτρια, η οποία νιώθεις ότι βγάζει τ» απωθημένα της φτύνοντας κατάμουτρα (και δικαίως) τα ήθη της σκοταδιστικής κοινωνίας του Πακιστάν.

«Bel Canto» (ΗΠΑ, 2018) κοινωνικό δράμα του Πολ Γουέιτζ. Η χώρα δεν ονομάζεται, ούτε και η εποχή. Αντάρτες ντυμένοι σαν τον Φιντέλ Κάστρο καταλαμβάνουν το σπίτι στο οποίο μια διάσημη αμερικανίδα τραγουδίστρια της όπερας (Τζουλιάν Μουρ) έχει μισθωθεί για να τραγουδήσει. Μόνο που η τραγική κατάσταση δίνει σιγά σιγά τη θέση της σε κάτι το αχαρακτήριστο (ή μάλλον γελοίο) όπου όμηροι και τρομοκράτες νιώθεις ότι βρίσκονται σε πικνίκ. Ειλικρινά δεν κατάλαβα τι ήθελε η ταινία να πει…

* Για τα παιδιά προβάλλεται και το animation «Ο Μικροπόδαρος».

Γράψτε το σχόλιο σας