Δύο ρήματα που δεν ταυτίζονται από σημασιολογικής απόψεως

Στην αρχαία ελληνική γλώσσα το επίθετο ασθενής (στερητικό α- + σθένος, σιγμόληκτο δικατάληκτο επίθετο της γ’ κλίσης, ο/η ασθενής, το ασθενές) σήμαινε αυτόν που στερείται σθένους (δυνάμεως), τον αδύνατο, τον ασθενικό ή καχεκτικό, τον φτωχό ή άπορο (όταν γινόταν λόγος για την περιουσιακή κατάσταση κάποιου), τον άσημο ή ασήμαντο.

Παράγωγα του επιθέτου ασθενής στην αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν το ουσιαστικό ασθένεια (έλλειψη ισχύος, αδυναμία, καχεξία, αρρώστια ή νόσος) και τα ρήματα ασθενέω και ασθενόω.

Το πρώτο από τα δύο αυτά ρήματα, το ασθενέω (ασθενήσω, ο μέλλοντάς του), είχε την έννοια τού νοσώ, είμαι ασθενής, αδύνατος ή καχεκτικός. Το δεύτερο, το ασθενόω (ασθενώσω, ο μέλλοντάς του), σήμαινε καθιστώ κάτι ασθενές, ανίσχυρο.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό από τα ανωτέρω, το ρήμα ασθενέω ήταν αμετάβατο (δηλαδή, δε δεχόταν ως συμπλήρωμα αντικείμενο), ενώ το ρήμα ασθενόω ήταν μεταβατικό (δηλαδή, έπαιρνε αντικείμενο).

Ανάλογη διαφορά, μολονότι οι περισσότεροι συντάκτες κειμένων ή ομιλητές την αγνοούν, υφίσταται και στη νέα ελληνική γλώσσα μεταξύ των ρημάτων εξασθενώ και εξασθενίζω.

Το αμετάβατο ρήμα εξασθενώ σημαίνει αποδυναμώνομαι, ατονώ, γίνομαι αδύναμος, χάνω τη δύναμή μου, αποκλιμακώνομαι σε ένταση:

«Σύμφωνα με την τελευταία πρόγνωση της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, οι άνεμοι θα εξασθενήσουν σταδιακά σε όλα τα πελάγη, κι έτσι θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε από το νησί χωρίς προβλήματα», «Νομίζω ότι δε συντρέχει λόγος ανησυχίας, καθώς είναι απόλυτα φυσιολογικό να εξασθενεί η μνήμη του ανθρώπου με την πάροδο του χρόνου», «Δυστυχώς, η ελληνική οικονομία εξασθενεί ολοένα και περισσότερο μετά τις δυσμενείς εξελίξεις στην πολιτική κονίστρα της χώρας μας».

Το μεταβατικό ρήμα εξασθενίζω, από την άλλη πλευρά, έχει τη σημασία τού αποδυναμώνω, καθιστώ κάποιον ή κάτι ασθενέστερο, μειώνω τη δύναμή του:

«Οι ατέλειωτες ώρες δουλειάς μπροστά σε έναν υπολογιστή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είμαι πλέον ένας άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας, εξασθένισαν σε σημαντικό βαθμό την όρασή μου και με υποχρέωσαν να φορέσω γυαλιά», «Οι συνεχείς επιθέσεις των υπέρτερων εχθρικών δυνάμεων είναι βέβαιο ότι θα εξασθενίσουν τη μαχητική ισχύ του στρατεύματός μας», «Σύμφωνα με την άποψη του διαπρεπούς πολιτικού αναλυτή, πολλοί είναι οι παράγοντες εκείνοι που εξασθενίζουν σήμερα την ελληνική δημοκρατία».

Εν κατακλείδι, τα ρήματα εξασθενώ και εξασθενίζω δεν έχουν το ίδιο σημασιολογικό περιεχόμενο, γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται αδιακρίτως.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr