Το 1974 ο Νίκος Γκάτσος δέχθηκε τηλεφώνημα από ένα νεαρό κορίτσι από τον Πεντάλοφο Μεσολογγίου. Η κοπέλα απλώς θαύμαζε τον μεγάλο ποιητή, τα τηλεφωνήματα συνεχίστηκαν και σχεδόν από τότε μέχρι και τον θάνατο του Γκάτσου, το 1992, οι δύο γίνανε σύντροφοι ζωής. Το κορίτσι ήταν η Αγαθή Δημητρούκα. Από το κλειστό και άγριο σύστημα της μεταπολιτευτικής επαρχίας βρέθηκε στα μυθικά στέκια, όπως στον Φλόκα, πλάι στην τελευταία μεγάλη παρέα διανοουμένων που ζυμώθηκε στην προφορικότητα και τη συνεύρεση. Την παρέα του Μάνου Χατζιδάκι δηλαδή. Από τότε βέβαια η Αγαθή διέγραψε τη δική της πορεία με στίχους στο ελληνικό τραγούδι και μια μεγάλη πορεία στη μετάφραση αλλά και στη συγγραφή παιδικών παραμυθιών. Με την ίδια δεν συναντιόμαστε σε κάποιο από τα μεγάλα αστικά στέκια του Συντάγματος, δεν υπάρχει εξάλλου ούτε Απότσος ούτε Φλόκας ούτε GB Corner (για την ακρίβεια το τελευταίο είναι πια ζαχαροπλαστείο). Εκείνη όμως ακόμη και σήμερα σε όποιο καφέ του κέντρου κάτσει, απλώνει τα χαρτιά και τα στυλό της και σχεδιάζει το επόμενο βήμα της στον κόσμο των ιδεών και των γραμμάτων. Για την ακρίβεια συναντιόμαστε σε ένα καφέ μια δρασκελιά από το σπίτι της στις απολήξεις του Λυκαβηττού και μας μιλά για τον Γκάτσο, τον Χατζιδάκι, τα μυστικά της μετάφρασης, την Ισπανία που λατρεύει αλλά και το σημερινό ελληνικό τραγούδι.

Αλήθεια, τι γράφετε τώρα και τι μόλις γράψατε (ή μεταφράζετε ή μεταφράσατε); Μπανάλ αλλά αναγκαία ερώτηση.
Τώρα γράφω στίχους για δύο δουλειές, μία προσωπική με έναν νέο συνθέτη, δηλαδή γράφω πάνω στις μελωδίες του, και μία άλλη πολύ φιλόδοξη που τη μοιράζομαι με τους συναδέλφους μου της φετινής ομάδας στιχουργικής που είχα στην Ανοιχτή Τέχνη. Αυτό που μόλις έγραψα είναι ένα κάπως αγριευτικό παραμυθάκι που δεν ξέρω αν θα βρεθεί εκδότης να το βγάλει. Παράλληλα μεταφράζω. Βλέπετε, η μέρα μου έχει πολλές βάρδιες. Πασχίζω να τελειώσω το τελευταίο μυθιστόρημα του Ιλδεφόνσο Φαλκόνες, το οποίο είναι συνέχεια της «Παναγιάς της θάλασσας» και διαδραματίζεται κι αυτό στη Βαρκελώνη κυρίως. Μεγάλο βάσανο, γι’ αυτό λέω πασχίζω. Μπαίνει στη μέση η φαντασία και η ευαισθησία μου ως συγγραφέα κι από τη μια περιφέρομαι στους δρόμους μιας αγαπημένης πόλης ή αναρωτιέμαι πότε θα ξαναπάω, κι από την άλλη – κάτι που δεν παλεύεται – βρίσκω ομοιότητες της φεουδαρχικής εποχής που περιγράφεται στο βιβλίο με τη σημερινή, τη νεοφεουδαρχική που ζούμε, και χάνω κάθε θάρρος.

Ολόκληρη τη συνέντευξη μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ:

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο