Το όνομα του ήταν Μουρ, Ρότζερ Μουρ και για την ακρίβεια σερ Ρότζερ Μουρ.  Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, Ο Ρότζερ Μουρ γεννήθηκε στο Στόκγουελ του Λονδίνου, ως το μοναχοπαίδι του αστυνομικού Τζώρτζ Άλφρεντ Μουρ και της Λίλιαν (Λίλυ) Μουρ. Πήγε στο γυμνάσιο του Μπάτερση, αλλά με την εκτόπιση εξαιτίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στάλθηκε στο Χόλσγουόρθυ του Ντέβον. Στη συνέχεια τελείωσε το σχολείο στο γυμνάσιο αρρένων του Dr Challoner στο Άμερσαμ του Μπάκιγχαμσιρ και παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του.

Σε ηλικία 18 ετών, λίγο πριν από το τέλος του πολέμου, ο Μουρ  φόρεσε την στολή του στρατιώτη  και στις 21 Σεπτεμβρίου 1946 προάχθηκε σε ανθυπολοχαγό, φθάνοντας τελικώς μέχρι τον βαθμό του λοχαγού. Ο Μουρ υπηρέτησε διοικώντας ένα μικρό φυλάκιο στην τότε κατεχόμενη Δυτική Γερμανία, μα η στρατιωτική του πορεία δεν συνεχίστηκε για πολύ ακόμα. Στη βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης, όπου σπούδαζε,  ήταν συμφοιτητής της μελλοντικής συμπρωταγωνίστριάς του στις ταινίες του Τζέιμς Μποντ Λόις Μάξγουελ (1927-2007), της πρώτης Μις Μάνιπένυ. Ο Μουρ επέλεξε να αφήσει τη σχολή μετά από 6 μήνες και να αναζητήσει την τύχη του ως ηθοποιός στο ελεύθερο επάγγελμα. Σε ηλικία 17 ετών, Μουρ εμφανίσθηκε ως κομπάρσος στην ταινία «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» (1945), εκεί όπου συνάντησε το είδωλο του τον ηθοποιό  Στιούαρτ Γκρέιντζερ στα γυρίσματα. Πολύ αργότερα, θα εμφανίζονταν στο ίδιο έργο, την περιπέτεια «Επιχείρηση Άγριες χήνες »(1978), παρότι δεν είχαν κάποια σκηνή μαζί, αλλά το όνειρο του θα είχε ήδη πραγματοποιηθεί , αυτός και ο Γκρέινζερ στην ίδια μαρκίζα και  μάλιστα συμπρωταγωνιστές.

Ο κινηματογράφος γνώρισε τον μεγαλύτερο του εχθρό την τηλεόραση και ο Ρότζερ Μουρ την επιτυχία με την τηλεοπτική σειρά «Ο Άγιος». Ο  παραγωγός σερ Λιου Γκρέιντ του έδωσε τον ρόλο του Σάιμον Τέμπλαρ στη σειρά βασισμένη στα μυθιστορήματα του Λέσλι Τσάρτερις. Η τηλεοπτική αυτή σειρά γυρίστηκε στη Βρετανία, αλλά με στόχο και άλλες αγορές για την πώληση των δικαιωμάτων σε ξένες χώρες. Η Αμερική ενδιαφέρθηκε να εντάξει τη σειρά στο τηλεοπτικό της δίκτυο  και το όνομα «Μουρ» έγινε  γνωστό διεθνώς. Ο καλός «στρατιώτης» Μουρ έφερε στους δέκτες κάτι που έλειπε από τους Αμερικανικούς δέκτες: την Αγγλική κομψότητα και ένα όμορφο πρόσωπο που στην πραγματικότητα ήταν και ταλαντούχο. Στα ύστερα χρόνια της σειράς ο Μουρ έφθασε να σκηνοθετήσει αρκετά επεισόδιά της. Η σειρά απέκτησε φανατικό κοινό και 118 επεισόδια. Όχι και άσχημα για έναν Άγγλο που παράτησε τις σπουδές του.

Ο ρόλος του πράκτορα δεν ήταν μία είδηση για εκείνον καθώς πέραν του ότι πληρούσε τις προδιαγραφές για την ανάληψη τέτοιου ρόλου καθώς και ότι  δεν ήταν ούτως ή άλλως διαθέσιμος για ταινίες Τζέιμς Μποντ για πολύ καιρό, λόγω του «Αγίου», που είχε αφιερωθεί ως ηθοποιός και συμπαραγωγός! Ο χρόνος όμως δεν ήταν πάντα με το μέρος του και ο Σον Κόνερι ήταν ήδη στο τιμόνι του πράκτορα 007 με διθυραμβικές κριτικές , άψογο παρουσιαστικό και δύο ηλικιακά χρόνια στο ζωνάρι του. Ο Μουρ δεν ξανασκέφθηκε αυτή τη δυνατότητα, μέχρι που του δόθηκε ο ρόλος, αρχικώς στην ταινία «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν»(1973). Μετά από δίαιτες και κομμωτές(για τον ρόλο έχασε αρκετά κιλά και άλλαξε τα μαλλιά του) ο Μουρ μπορούσε να καυχηθεί πως συμπλήρωσε τα περισσότερα χρόνια στον ρόλο του Τζέιμς Μποντ από κάθε άλλο ηθοποιό, 12 συνολικά, με 7 επίσημες ταινίες. Μέχρι στιγμής επίσης είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία ηθοποιός που υποδύθηκε τον Μποντ: ήταν 58 ετών όταν ανακοίνωσε την απόσυρσή του από τον ρόλο, στις 3 Δεκεμβρίου 1985. Έδωσε στον πράκτορα χιούμορ, κοφτερό μυαλό, επίγευση από κονιάκ (την εποχή που όλοι τσούγκριζαν με σαμπάνια)  και… ξανθά μαλλιά!

Το 2004 ο Μουρ ψηφίστηκε ως «ο καλύτερος Μποντ» σε μία δημοσκόπηση σχετιζόμενη με τα Βραβεία Όσκαρ, ενώ σε μία άλλη (το 2008) έλαβε το 62% των ψήφων. Το 1987 είχε παρουσιάσει την επετειακή τηλεοπτική εκπομπή Happy Anniversary 007: 25 Years of James Bond και ενθουσίασε το κοινό μόνο με την παρουσία του. Μερικά ταινίες , τρία βιβλία και τέσσερεις γάμους αργότερα ο ίδιος βρέθηκε για φορολογικούς λόγους το 1978, αρχικά στην Ελβετία. Μοίραζε τον χρόνο του σε τρεις διαφορετικές κατοικίες: ένα διαμέρισμα στο Μονακό, ένα σαλέ στην Κρανς-Μοντάνα της Ελβετίας και ένα σπίτι στη νότια Γαλλία, ενώ από νομικής πλευράς ήταν μόνιμος κάτοικος του Μονακό, έχοντας μάλιστα διορισθεί ως «Πρεσβευτής Καλής Θελήσεως» του Μονακό από τον πρίγκιπα Αλβέρτο για τη συμβολή του στη διεθνή διαφήμιση του πριγκιπάτου. Το μόνο που τον ενοχλούσε εκεί ήταν ο αυξανόμενος αριθμός Ρώσων, και είχε δηλώσει: «Φοβάμαι ότι παραγεμίσαμε με Ρώσους – όλα τα μενού στα εστιατόρια είναι πλέον στη ρωσική γλώσσα». Ο μπον βιβέρ ταίριαξε άψογα στο Μονακό και στο νέο του ρόλο, εκείνον του φιλάνθρωπου.

Μια ζωή γεμάτη χιούμορ και ταξίδια, έτσι την έζησε ο Μουρ. Έτσι την επέλεξε. Η μανία του με την ακρίβεια του χρόνου και την πίστη του στην τύχη ήταν τέτοια, που είχε δηλώσει πως «Δεν έχει σημασία αν έχεις ταλέντο, αλλά δεν είσαι στο σωστό μέρος την σωστή στιγμή» και εκείνος φαίνεται να εμφανιζόταν πάντα στο κατάλληλο σημείο, με Αγγλική ακρίβεια, ακόμα και στον θάνατο του τον ενενηκοστό έτος του αποφάσισε πως μάλλον θα γίνει και ο μακροβιότερος πράκτορας 007 ηλιακά ή ίσως ο πιο τυχερός!

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο