Αρχές Ιανουαρίου φθάνει για κούρα στο σανατόριο Άινφριτ η Γκαμπριέλε. Απ’ τη στιγμή που γέννησε, δέκα μήνες πριν, δεν κατάφερε να ξαναβρεί τις δυνάμεις της. Στο σανατόριο συναναστρέφεται τον εστέτ, ιδιόρρυθμο συγγραφέα, Ντέτλεβ Σπινέλ. Μια ιδιαίτερη σχέση δημιουργείται μεταξύ τους. Η κορύφωσή της, μέσω της μουσικής, αποβαίνει εν τέλει μοιραία…

Γραμμένο σαν αντίστιξη στην όπερα του Ρίχαρντ Βάγκνερ Τριστάνος και Ιζόλδη, ο Τριστάνος του Τόμας Μαν (εκδ.1903), είναι ένα sui generis έργο –ένα «μπουρλέσκο» κατά τον ίδιο τον συγγραφέα. Φαινομενικά το έργο αφηγείται ένα δράμα, η λεπτή ειρωνεία που το διατρέχει όμως, μας κάνει όχι μόνο να συμπάσχουμε, αλλά και να γελάμε με τα πρόσωπα, τις σχέσεις και τα πάθη τους. Ο έρωτας, ο θάνατος, η μουσική, η μητρότητα παρουσιάζονται ως δυνάμεις που μπορούν ν’ ανυψώσουν αλλά και να συντρίψουν τους διφορούμενους ήρωές του.

Στον πυρήνα του Τριστάνου βρίσκονται θεμελιώδη ερωτήματα για το ρόλο του καλλιτέχνη, τη σχέση ηθικής- αισθητικής, τη μάχη μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας. Η διαπραγμάτευση των παραπάνω δεν γίνεται μόνο μέσω του περιεχομένου του έργου, αλλά και μέσω της μορφής του. Ο Τριστάνος γίνεται έτσι το πεδίο εφαρμογής μιας τολμηρής υπόθεσης: τι σημαίνει για την αφήγηση η χρήση της τεχνικής του λαϊτμοτίφ – τεχνική που χρησιμοποιεί ο Βάγκνερ στη μουσική του σύνθεση; Ακόμα, πώς η ίδια η δυναμική της ιστορίας επηρεάζει τη μορφή της;

Για να προσεγγίσουμε το αμφίθυμο, ποιητικό σύμπαν του Τόμας Μαν, επιλέξαμε να καθοδηγηθούμε απ’ την αισθητική και την νομοτέλεια της ονειρικής εμπειρίας, αυτής της «βασιλικής οδού για το ασυνείδητο». Προσπαθήσαμε να δούμε το Σανατόριο και τους τρόφιμούς του όπως ίσως θα απεικονίζονταν μέσα σ’ ένα όνειρο, όπου τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο, το καλό και το κακό μπερδεύονται, και όπου ένας Τόπος Πόνου μπορεί την ίδια στιγμή να είναι και ένας Τόπος Θαυμάτων.

Η Μαρία Μαγκανάρη υπεύθυνη για την μετάφραση και τη διασκευή του έργου μας μιλάει για τη διαχρονικότητα του θρυλικού ζευγαριού.

Τι πραγματεύεται το έργο;

Ο “Τριστάνος” του Τόμας Μαν πραγματεύεται τον μύθο του θρυλικού ζευγαριού Τριστάνου και Ιζόλδης, σε μια παράδοξη εκδοχή του: μια νέα γυναίκα, σύζυγος ενός πλούσιου εμπόρου, που λίγους μήνες πριν γέννησε το πρώτο της παιδί, έρχεται σ’ ένα σανατόριο για κούρα. Εκεί γνωρίζει έναν εστέτ συγγραφέα ενός και μόνο βιβλίου. Οι συζητήσεις της μαζί του θα διαρρήξουν ανεπανόρθωτα το σύμπαν της. Η μουσική του Ρίχαρντ Βάγκνερ απ’ την ομώνυμη όπερα- μια επαναστατική, σχεδόν βλάσφημη για την εποχή, μουσική, θα τους ενώσει μ’ έναν ολέθριο τρόπο.

Η παράστασή μας, όπως και το έργο του Μαν, συνομιλεί ανοιχτά και σε πολλά επίπεδα με την όπερα του Βάγκνερ. Δεν είναι όμως ένα ρομαντικό δράμα. Είναι περισσότερο μια μαύρη κωμωδία, μια ειρωνική αντίστιξη στα μεγάλα ρομαντικά πάθη, μια παραδοχή πως το γελοίο βρίσκεται πολύ κοντά στο τραγικό.

Ποιους προβληματισμούς θίγει;

Νομίζω πως στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η συγκρουσιακή σχέση μεταξύ Τέχνης και Ζωής, μεταξύ Ομορφιάς και Πραγματικότητας.

Ο Τ.Μαν δυσπιστούσε πάντα απέναντι στον τρόπο ζωής των καλλιτεχνών, και του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου. Γράφει σ’ένα αυτοβιογραφικό του κείμενο: “Ένας καλλιτέχνης είναι, εν ολίγοις, ένας απολύτως άχρηστος σε όλους τους τομείς των σοβαρών δραστηριοτήτων, ένας που σκέφτεται μόνο τρέλες, παιδαριώδης, επιρρεπής στην ασωτία, τσαρλατάνος…”. Αυτές οι “τρέλες” όμως μπορούν πολλές φορές να έχουν τέτοια δυναμη που να κλονίζουν την σαθρότητα της νοικοκυρεμένης αστικής κανονικότητας- την οποία ειρωνεύεται επίσης στο έργο. Στον “Τριστάνο” μας κλείνει διαρκώς το μάτι, καθώς μας ζητάει ν’αποφασίσουμε εάν αυτό που μας αρρωσταίνει περισσότερο είναι η Τέχνη ή η ίδια η Ζωή.

Ποιο είναι το προφίλ των ηρώων;

Όλοι οι ήρωες του έργου αντιμετωπίζονται με μια ελαφράδα από τον συγγραφέα. Ακόμα και τα ονόματά τους σημαίνουν κάτι σχετικό με την ιδιότητά τους, ενίοτε και με αστείο τρόπο.

Η βασική ηρωίδα του έργου, η Γκαμπριέλε, βιώνει, σχεδόν ασυνείδητα, τη σύγκρουση μεταξύ μητρότητας και καλλιτεχνικής ανάγκης.

Ο συγγραφέας- θαυμαστής της, χρησιμοποιεί την ομορφιά για να ξεφεύγει απ’τη ζωή, την οποία στην πραγματικότητα τρέμει. Ο σύζυγος της, απ’την άλλη, ως αστός και τυπικός εκφραστής της λογικής, αρνείται ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Κομβικά πρόσωπα στο έργο είναι επίσης ο Γιατρός και η προϊσταμένη του Σανατορίου, καθώς και μια ακόμα τρόφιμος, που παρακολουθούν τα όσα εκτυλίσσονται προσπαθώντας να τα εξηγήσουν.

Τέλος, υπάρχει ένα πρόσωπο που, θα το χαρακτηρίζαμε ως το φάντασμα του Σανατορίου- είναι ο ρόλος που ερμηνεύω εγώ.

Τι αναφορές έχει στο σήμερα;

Ο Τριστάνος δεν είναι ένα έργο που συνομιλεί με την επικαιρότητα. Έχει τη διαχρονικότητα του μοντέρνου. Είναι ένα ανοιχτό κείμενο, που σε αφήνει να διαλέξεις την οπτική γωνία απ’την οποία θα το κοιτάξεις.

Νομίζω όμως πως πάντα θα απασχολούν τους ανθρώπους ζητήματα όπως ο έρωτας, η αρρώστια και ο θάνατος, η μητρότητα, η αναγκαιότητα της τέχνης, το γελοίο της ύπαρξής μας- ζητήματα που βρίσκουμε στο έργο και μας απασχόλησαν στην διάρκεια της δημιουργίας της παράστασης.

Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να έχει πάρει ο θεατής όταν δει την παράσταση;

Η παράστασή μας, θέλοντας ν’ακολουθήσει τον διφορούμενο χαρακτήρα των προσώπων και των καταστάσεων του έργου, υιοθέτησε στοιχεία από τη νομοτέλεια αλλά και την ατμόσφαιρα που υπάρχει στα όνειρά μας. Στον προνομιακό αυτόν χώρο  όπου συγχέονται το καλό και το κακό, το ευχάριστο με το δυσάρεστο, το αστείο με το σοβαρό. Κάθε όνειρο που βλέπουμε, μας ανοίγει περιοχές του εαυτού μας που δεν είχαμε υποψιαστεί.

Υπό αυτή την έννοια, θα ήταν πολύ ωραίο  να αφεθούν οι θεατές στην παράσταση, όπως αφήνονται στα όνειρά τους. Θα μου άρεσε να φύγουν από το θέατρο με την αίσθηση ότι όπως δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς αντιφάσεις, έτσι δεν υπάρχει μία και μόνη πραγματικότητα για ν’αφηγηθεί κανείς.

Ποια είναι η αγαπημένη σας σκηνή; 

Καθώς η παράσταση είναι στη διαδικασία της ολοκλήρωσής της, κάθε μέρα πρόβας είναι αποκαλυπτική γιατί με συνδέει με διαφορετικά σημεία του έργου.

Υπάρχει ωστόσο μία σκηνή, που μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση: σε μια συνομιλία μεταξύ του συγγραφέα και της Γκαμπριέλε, εκείνος, κάνοντας τις σωστές ερωτήσεις, την κάνει να μιλήσει για τη ζωή της μ’έναν τρόπο που ίσως να μην το είχε κάνει ποτέ στο παρελθόν. Την κάνει ν’ανακαλέσει και να διατρέξει κομβικές στιγμές της ζωής της, -από την παιδική της ηλικία, την εφηβεία της, τη σχέση της με τη μουσική, την ερωτική της αφύπνιση, τη μητρότητα, την αρρώστια- μ’εναν τρόπο που θυμίζει ψυχαναλυτική συνεδρία. Αυτό μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον για ένα έργο που γράφτηκε το 1901 (εκδόθηκε το 1903).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο