Βαγγέλης Στεργιόπουλος

Για ένα διάστημα φαινόταν ότι ο Χίτλερ και ο Στάλιν ήταν εκ φύσεως σύμμαχοι. Έμοιαζαν ο ένας με τον άλλον στον κυνισμό, την πανουργία και την απίστευτη απανθρωπιά, φαίνονταν σαν απόλυτα ταιριαστό ζευγάρι.

Όταν οι δύο δικτάτορες συνομολόγησαν το επονείδιστο Σύμφωνο μη Επιθέσεως, το οποίο υπεγράφη από τους υπουργούς Εξωτερικών των χωρών τους, τον Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ και τον Βιάτσεσλαβ Μολότοφ, στις 23 Αυγούστου 1939, γνώριζαν αμφότεροι ότι έδιναν το πράσινο φως για να αρχίσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Οι Γερμανοί εισέβαλαν την 1η Σεπτεμβρίου στην Πολωνία εκ δυσμών και ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε επίθεση στις 17 Σεπτεμβρίου εξ ανατολών, με σκοπό να μοιράσουν τη λεία τους.

Όμως, ίσως ακριβώς επειδή έμοιαζαν τόσο πολύ, ο Χίτλερ και ο Στάλιν έπρεπε να γίνουν εχθροί. Την προσωρινή αρμονική συνεργασία τους διαδέχθηκε ένας αγώνας ζωής και θανάτου, η αναμέτρησή τους. Ίσως να ήταν αλήθεια ότι ο κόσμος δεν ήταν αρκετά μεγάλος για δύο τέτοια τέρατα.

Στην πραγματικότητα, υπάρχει ένας μακρύς κατάλογος παράξενων ομοιοτήτων στην ιστορία της ζωής τους. Μερικές είναι ασήμαντες και συμπτωματικές, άλλες περισσότερο σημαντικές και εντυπωσιακές. Ασφαλώς, υπάρχουν επίσης μεγάλες διαφορέςόχι μόνο στον τρόπο δράσεως–, οι οποίες διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα της αναμέτρησής τους.

Οι ομοιότητες ξεκινούν από την παιδική ηλικία τους. Και οι δύο άνδρες γεννήθηκαν μακριά από το πολιτικό κέντρο των χωρών που επρόκειτο να κυβερνήσουν. Ο Χίτλερ στην Άνω Αυστρία, που τότε ήταν τμήμα της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, και ο Στάλιν στη Γεωργία, μια εξαθλιωμένη νότια επαρχία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι και οι δύο είχαν έναν πατέρα που πίστευε στη σκληρή πειθαρχία. Μάλιστα, στην περίπτωση του Στάλιν η πειθαρχία αυτή είχε ως αποτέλεσμα συχνούς ξυλοδαρμούς. Οι γονείς του Στάλιν ήταν δουλοπάροικοι, οι οποίοι απελευθερώθηκαν το 1864, μόλις 14 ή 15 χρόνια πριν γεννηθεί ο Γιόζεφ Τζουγκασβίλι, όπως αρχικά ονομαζόταν. Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης, πιθανώς αγράμματος. Αναμφίβολα, διαμόρφωσε το χαρακτήρα του γιου του.

Ο Χίτλερ, που γεννήθηκε έπειτα από μία δεκαετία, το 1889, είχε έναν πατέρα ο οποίος είχε ανέλθει σε υψηλότερα κοινωνικά στρώματα από τους προγόνους του, που ήταν χωρικοί, απολαμβάνοντας μια σχετικά άνετη ζωή ως τελωνειακός. Αλλά και αυτός ήταν μια αυστηρή, αυταρχική προσωπικότητα.

Χωρίς να δίνουμε, λοιπόν, υπερβολική σημασία σε θεωρητικές διαγνώσεις, είναι ορθό να υποστηρίξουμε ότι στη ζωή και των δύο ανδρών οι αυστηροί πατέρες τους αποτέλεσαν ένα θεμελιώδη παράγοντα στα πρώτα στάδια της ανατροφής τους.

Ο Στρατηγός Dmitri Volkogonov, πρώην επικεφαλής του Τμήματος Προπαγάνδας του Κόκκινου Στρατού, έγραψε τα ακόλουθα βιογραφώντας τον Στάλιν: «Η περιφρόνησή του για τις φυσιολογικές ανθρώπινες αξίες ήταν από μακρού προφανής. Απεχθανόταν τον οίκτο, τη συμπάθεια, την ευσπλαχνία. Εκτιμούσε μόνον τους ισχυρούς χαρακτήρες. Η πνευματική στειρότητά του, που εξελίχθηκε σε ασυνήθιστη σκληρότητα και αργότερα σε ασπλαχνία, στοίχισε στη γυναίκα του τη ζωή της και κατέστρεψε τη ζωή των παιδιών του».

Εκτός από το απόσπασμα που αφορά τη γυναίκα και τα παιδιά, τα παραπάνω θα ήταν δυνατόν να ανήκουν στην περιγραφή όχι μόνον του Στάλιν αλλά και του Χίτλερ. Το ίδιο και το «πιστεύω» του ρώσου αναρχικού του 19ου αιώνα Mikhail Bakunin, το οποίο ο Στάλιν τόνιζε με έμφαση στο δικό του βιβλίο: «Μη χάνεις το χρόνο σου έχοντας ενδοιασμούς για τις πράξεις σου, διότι αυτό είναι η μεγαλύτερη απώλεια χρόνου που επινοήθηκε από τον άνθρωπο».
 
Και οι δύο άνδρες οικοδόμησαν τη σταδιοδρομία τους πάνω σε ένα συλλογικό αίσθημα αδικίας, το οποίο μεγαλοποίησαν και εκμεταλλεύτηκαν. Ο Χίτλερ ήταν διάσημος για την απερίφραστη καταδίκη των Εβραίων, των κομμουνιστών, της κυβέρνησης της Βαϊμάρης και οποιουδήποτε άλλου θεωρούσε υπεύθυνο για την ήττα της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τους ταπεινωτικούς όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών και για την οικονομική κρίση και την πολιτική αστάθεια που ακολούθησαν. Όλα αυτά ήταν στοιχεία της θεωρίας της προδοσίας, που είχε αναγάγει σε ευαγγέλιο του λαού.

Ο Στάλιν, αν και δεν τον συναγωνιζόταν ως ρήτορας, ξεκίνησε την πολιτική σταδιοδρομία του ισχυριζόμενος ότι αντιπροσώπευε τον απλό λαό, όλους αυτούς που για οποιονδήποτε λόγο καταπιέζονταν από το τσαρικό σύστημα. Επίσης, σε ένα δοκίμιο του 1901 ανακίνησε με αδέξιο τρόπο το θέμα της καταπίεσης των εθνικών και των θρησκευτικών μειονοτήτων.

Και οι δύο άνδρες είχαν στην αρχή της σταδιοδρομίας τους ατυχίες, που είχαν ως αποτέλεσμα φυλακίσεις και, στην περίπτωση του Στάλιν, εξορία στη Σιβηρία. Τα επεισόδια αυτά έδωσαν τροφή για τη συγγραφή των τμημάτων περί «αγώνα» στις βιογραφίες-αγιογραφίες των δύο ανδρών που γράφτηκαν αμέσως μόλις αυτοί επικράτησαν. Φυσικά, κανένα από τα συγγράμματα αυτά δεν επισημαίνει το προφανές, ότι οι συνθήκες κράτησης που βίωσαν οι ίδιοι ως φυλακισμένοι ήταν γελοίες σε σύγκριση με τα συστήματα των στρατοπέδων συγκεντρώσεως που υπήρχαν κατά τη διακυβέρνησή τους.

Όταν φθάνουμε στο ζήτημα των γυναικών, ο Στάλιν φαίνεται να είναι ο πλέον «φυσιολογικός» από τους δικτάτορες. Απελάμβανε τη συντροφιά των γυναικών –αντίθετα από τον Χίτλερ, του οποίου οι σεξουαλικές ικανότητες και προτιμήσεις εξακολουθούν να είναι το θέμα ατέλειωτων φημολογιών και νυμφεύτηκε δύο φορές, αποκτώντας τρία παιδιά. Η πρώτη σύζυγός του απεβίωσε το 1907 από φυματίωση, η δεύτερη αυτοκτόνησε το 1932.

Ο Χίτλερ νυμφεύτηκε την Εύα Μπράουν λίγο πριν αυτοκτονήσουν μαζί στο καταφύγιό του στο Βερολίνο, καθώς τα σοβιετικά στρατεύματα κατελάμβαναν την πόλη. Ήταν πάντως φανερό ότι δεν αισθανόταν άνετα με γυναίκες της ηλικίας του και προτιμούσε κοπέλες στην εφηβική ηλικία, όπως ήταν η ανιψιά του Geli Raubal, η οποία βρέθηκε σε ηλικία είκοσι τριών ετών νεκρή από πυροβολισμό στο διαμέρισμά του. Ο θάνατός της αποδόθηκε σε αυτοκτονία. Και εδώ, όπως και στην περίπτωση της δεύτερης συζύγου του Στάλιν, το όργανο του θανάτου ήταν ένα πιστόλι Walther.

Ο θάνατος είχε στήσει ενέδρα και στους αρχικούς αντιπάλους του Χίτλερ και του Στάλιν. Στις περιπτώσεις και των δύο ανδρών, υπήρχαν μέσα στο κόμμα τους αυτοί που αμφισβητούσαν την ταχεία άνοδό τους. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ανταγωνιστής του Στάλιν –ένας μακρύς κατάλογος, που άρχιζε με τον Leon Trotsky και τον Nikolai Bukharin έχασε τη ζωή του. Από την άλλη, ο μόνος σοβαρός πιθανός ανταγωνιστής του Χίτλερ, ο Gregor Strasser, ήταν μεταξύ των δεκάδων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν τη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών» (30 Ιουνίου 1934), η οποία έδωσε μια πρόγευση του χιτλερικού καθεστώτος τρόμου.

Εξάλλου, και οι δύο δικτάτορες καλλιεργούσαν προσεκτικά την εικόνα των χαρισματικών πολιτικών ανδρών, των φιλάνθρωπων πατρικών μορφών και των ηρωικών σωτήρων. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά από τα προπαγανδιστικά σύμβολα –τα γιγαντιαία πορτρέτα, οι χωρίς φειδώ ενορχηστρωμένες λαϊκές συγκεντρώσεις, οι δουλοπρεπείς τιμητικές εκδηλώσεις είχαν τόσο μεγάλες ομοιότητες στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Ή ότι κάθε δικτάτορας συνέγραψε με πομπώδες ύφος ένα βιβλίο που έγινε η Βίβλος της χώρας του, σύγγραμμα που όλοι οι πολίτες θα έπρεπε να μελετήσουν, διότι αποτελούσε πηγή πάσης γνώσεως: το Mein Kampf (Ο Αγών μου) και το  History of the All-Union Communist Party: A Short Course (Σύντομη Ιστορία του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος).

Το πλέον εντυπωσιακό γεγονός ήταν ο αμοιβαίος αλλά και φθονερός θαυμασμός που οι δύο ηγέτες εξέφραζαν κατά περίσταση. Ο Στάλιν ενημερώθηκε αμέσως για τη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών» του ομολόγου του. «Ο Χίτλερ, τι σπουδαίος άνδρας!» δήλωσε. «Με αυτόν τον τρόπο πρέπει να αντιμετωπίζεις τους πολιτικούς αντιπάλους σου». Ο Χίτλερ είχε εντυπωσιαστεί εξίσου από το καθεστώς τρομοκρατίας του Στάλιν, και κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του πολέμου δήλωσε: «Μετά τη νίκη μας στη Ρωσία θα ήταν μια καλή ιδέα να τοποθετήσουμε τον Στάλιν κυβερνήτη της χώρας, φυσικά υπό την επίβλεψή μας. Γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον πώς να χειρίζεται τους Ρώσους». Ακόμη και εάν αυτό αποτελούσε περισσότερο ένα ειρωνικό σχόλιο παρά μια πρόταση, δεν παύει να φανερώνει μια πραγματική αντίληψη.

Ο θαυμασμός αυτός, όμως, με δυσκολία αντιστάθμιζε την καχυποψία των δύο ηγετών, καθώς ο ένας παρακολουθούσε τη ρητορική και τις ενέργειες του άλλου. Οι απόψεις του Χίτλερ για το τι αντιπροσώπευε η Επανάσταση των Μπολσεβίκων διατυπώνονται σαφώς στο Mein Kampf. Όταν ο Ρίμπεντροπ επισκέφθηκε τη Μόσχα για την υπογραφή του Συμφώνου Μη Επιθέσεως, επέμεινε στο ότι η χώρα του έστρεφε τις προσπάθειές της εναντίον της Δύσης και όχι της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Στάλιν έκανε την ακόλουθη πρόποση, κρατώντας ένα ποτήρι σαμπάνιας: «Γνωρίζω πόσο πολύ το γερμανικό έθνος αγαπά τον Φύρερ του, γι’ αυτό θα ήθελα να πιω εις υγείαν του». Ήταν σαφές, όμως, ότι ο Στάλιν δεν είχε λησμονήσει τις καταγεγραμμένες απόψεις του Χίτλερ. Έτσι, κατά τη διάρκεια της υπογραφής του συμφώνου ο Στάλιν είπε: «Φυσικά, δεν παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο απώτερος στόχος σας είναι να μας επιτεθείτε».

Εν κατακλείδι, οι δύο ηγέτες, με το πέπλο της απόλυτης εξουσίας να τους τυλίγει, έτρεφαν αυταπάτες που θόλωναν την κρίση τους και ενίσχυαν την εσφαλμένη εντύπωση που είχε ο ένας για τον άλλον. Οι λαοί τους ήταν εκείνοι που κλήθηκαν να πληρώσουν το τίμημα των τεράστιων λαθών τους.

*Οι πληροφορίες που συνθέτουν το παρόν άρθρο προέρχονται από το βιβλίο «Μόσχα 1941: Η Μεγαλύτερη Μάχη» του Andrew Nagorski (εκδόσεις Γκοβόστη, 2010).

in.gr