Στην Ιλιάδα, το πρώτο μεγάλο έπος του Ομήρου, η μήνις (οργή) του Αχιλλέα, πρώτη λέξη στον πρώτο στίχο της πρώτης ραψωδίας («Μήνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλήος»), αποτελεί το κεντρικό θέμα, το σταθερό κέντρο.

Ο σπουδαιότερος ήρωας των Ελλήνων στον Τρωικό Πόλεμο, ταπεινωμένος και χολωμένος από τη στάση του Αγαμέμνονα —αρχιστρατήγου των Αχαιών κατά την εκστρατεία εναντίον της Τροίας— απέναντί του, ορκίζεται να μην πάρει μέρος στις εχθροπραξίες και να παραμείνει στο στρατόπεδο των Μυρμιδόνων, μέχρι να αναγκαστεί ο Αγαμέμνονας να τον ικετέψει να επιστρέψει στη μάχη.

Παρά τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Αχιλλέα στην Ιλιάδα, ακολουθούν χιλιάδες στίχοι του έπους όπου ο βασιλιάς των Μυρμιδόνων είναι μια αόρατη ύπαρξη. Το μεγαλύτερο μέρος της Ιλιάδας, από τη ραψωδία Α (Λοιμός. Μήνις), με την προαναφερθείσα φιλονικία των δύο ανδρών, έως τη ραψωδία Π (Πατρόκλεια), όπου ο Αχιλλέας δίνει στον αγαπημένο του φίλο Πάτροκλο τη δική του πανοπλία και του επιτρέπει να πολεμήσει αντ’ αυτού, συνίσταται κατά κύριο λόγο από πολεμικές σκηνές, τόσο μονομαχίες όσο και ομαδικές συγκρούσεις των αντιμαχόμενων στρατών.

Ξεχωριστό χρώμα στις ατέλειωτες περιγραφές μαχών με την καταλογόμορφη πληθώρα ονομάτων δίνουν οι μονομαχίες Πάρη – Μενελάου (ραψωδία Γ) και Έκτορα – Αίαντα (ραψωδία Η), ο θρίαμβος του Διομήδη (Διομήδους αριστεία, ραψωδία Ε), η συνάντηση του Έκτορα με την Ανδρομάχη (Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία, ραψωδία Ζ), η αποτυχημένη αποστολή πρέσβεων στον Αχιλλέα (Πρεσβεία προς Αχιλλέα. Λιταί, ραψωδία Ι), η αποπλάνηση του Δία από την Ήρα (Διός απάτη, ραψωδία Ξ).

Ο Αχιλλέας επιστρέφει τελικά στη μάχη μετά το θάνατο του Πατρόκλου (ραψωδία Π), την κατασκευή νέας πανοπλίας για εκείνον από τον Ήφαιστο (Οπλοποιία, ραψωδία Σ) και τη συμφιλίωσή του με τον Αγαμέμνονα (Μήνιδος απόρρησις, ραψωδία Τ).

Ο βασιλιάς των Μυρμιδόνων, ο γιος της Θέτιδας και του Πηλέα, φονεύει τον Έκτορα και σέρνει το πτώμα του πίσω από το άρμα του (Έκτορος αναίρεσις, ραψωδία Χ), θέλοντας να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του φίλου του.

Στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας (Έκτορος λύτρα, ραψωδία Ω) ο Αχιλλέας, παρακινημένος από τους θεούς, παραδίδει τη σορό του Έκτορα στον πατέρα του, Πρίαμο, τον τελευταίο βασιλιά της Τροίας. Μέσα στα δάκρυα των δύο μεγάλων ανδρών διαλύονται η σκληρότητα και τα βάσανα του πολέμου.

Στην Οδύσσεια, το δεύτερο μεγάλο έπος του Ομήρου, γίνονται αμέσως ευδιάκριτοι δύο θεματικοί κύκλοι, που απέχουν σαφώς από τον αριστοκρατικό – ηρωικό κόσμο της Ιλιάδας.

Ο πρώτος, μια διήγηση χωρίς υπερφυσικά μοτίβα, μπορεί να χαρακτηριστεί λαϊκή μυθιστορία, νουβέλα. Ο Οδυσσέας, ένας άνδρας που έμεινε πολύν καιρό μακριά από την πατρίδα του, γι’ αυτό και θεωρούνταν νεκρός, βρίσκει στο γυρισμό τη γυναίκα του, Πηνελόπη, περιτριγυρισμένη από μνηστήρες. Ακολουθούν η αυτοπαρουσίαση τού επί μακρόν ξενιτεμένου στο χοιροβοσκό Εύμαιο και στο γιο του, Τηλέμαχο, το σχέδιο για την εξόντωση των μνηστήρων και η αιματηρή εφαρμογή του, η αναγνώριση του Οδυσσέα από την πιστή Πηνελόπη, η συνάντησή του με το γέροντα πατέρα του, Λαέρτη, η αποκατάσταση της σταθερότητας στο βασίλειο της Ιθάκης.

Ο δεύτερος θεματικός κύκλος είναι η διήγηση των περιπετειών που κρατούσαν τον Οδυσσέα τόσον καιρό μακριά από το σπίτι του, τους συγγενείς και τα οικεία του πρόσωπα. Ο Οδυσσέας είναι κατ’ ουσίαν ένας Σεβάχ θαλασσινός, πρωταγωνιστής φανταστικών θαλασσινών περιπετειών και ήρωας ναυτικών παραμυθιών, που χωρίς αμφιβολία αφθονούσαν ήδη από τη 2η χιλιετία π.Χ.

Αρχαία ελληνική λογοτεχνία: Ο Όμηρος και το ομηρικό ζήτημα (Μέρος Α’)

Αρχαία ελληνική λογοτεχνία: Ο Όμηρος και το ομηρικό ζήτημα (Μέρος Β’)

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr