«Ο Αμπιγιέρ» του Ronald Harwood, ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας, ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Μανώλη Δούνια στη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας. Στο ρόλο του Σερ ο Αλέξανδρος Μυλωνάς και του Αμπιγιέρ ο Μάνος Βακούσης. Τους υπόλοιπους ρόλους ερμηνεύουν η Άννυ Λούλου, η Ευγενία Αποστόλου, ο Νίκος Καλομό και ο Δημήτρης Μαργαρίτης.

Στον «Αμπιγιέρ» (1981) ο Ronald Harwood σκιαγραφεί την ιδιόμορφη συναισθηματική σχέση του Σερ, ενός σαιξπηρικού ηθοποιού που τα καλύτερά χρόνια της καριέρας του είναι πια παρελθόν, και του Νόρμαν, του αφοσιωμένου αμπιγιέρ του, δημιουργώντας έτσι ένα από τα ουσιαστικότερα έργα για τη ζωή στο θέατρο και για τους ανθρώπους του θεάτρου.

Ο Μανώλης Δούνιας μου μίλησε για αυτό το ιδιαίτερο έργο αλλά και τι συμβαίνει όταν πέσει η αυλαία.

Ποιο είναι το θέμα του Αμπιγιέρ;
Ο Αμπιγιέρ μας παρουσιάζει τη σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που και οι δυο ζουν και αναπνέουν για και από το θέατρο. Διαδραματίζεται στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ένα ετοιμόρροπο θέατρο της αγγλικής επαρχίας. Λίγο πριν από την 227η παράσταση του «Βασιλιά Ληρ», ο Σερ (Αλέξανδρος Μυλωνάς) καταρρέει και κυριεύεται από τις ανασφάλειες του. Ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο μπορεί να βασιστεί, είναι ο αμπιγιέρ του, ο Νόρμαν (Μάνος Βακούσης), που προσπαθεί να τον εμψυχώσει και να του τονώσει την αυτοπεποίθηση ώστε να μη ματαιωθεί η παράσταση. Ταυτόχρονα η Λαίδη (Άννυ Λούλου) και η διευθύντρια σκηνής Ματζ (Ευγενία Αποστόλου) πασχίζουν να πείσουν τον Σερ ότι ίσως έχει έρθει η ώρα να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Και όλα αυτά ενώ το κοινό στην πλατεία του θεάτρου περιμένει και οι σειρήνες δεν αφήνουν κανέναν να ξεχάσει ότι ο κίνδυνος των αεροπορικών βομβαρδισμών τους απειλεί ανά πάσα στιγμή.

Τι σχέση έχει ο αμπιγιερ με τον ηθοποιό;
Ο Νορμαν είναι στην ουσία ο φύλακας-άγγελος του Σερ. Ξέρει ακριβώς πώς να τον χειριστεί έτσι ώστε να τον οδηγήσει για άλλη μια φορά στην σκηνή, να βγάλει άλλη μια παράσταση, να εισπράξει για άλλη μια φορά το χειροκρότημα του κοινού. Ο Νόρμαν για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια ζεις τη σκιά του Σερ, μοιράζεται τις χαρές του, τις λύπες του, τις απογοητεύσεις, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, την αγωνία, το άγχος και τους φόβους του. Τρέφει μια βαθιά λατρεία για τον Σερ, που κάποιες στιγμές τον κάνει εξαιρετικά ανταγωνιστικό προς τους υπόλοιπους ανθρώπους που είναι κοντά του. Έχουν μια σχέση έντονης αλληλεξάρτησης όπου τα απωθημένα τους, η ανομολόγητη αγάπη και τα ανεκπλήρωτα όνειρα βγαίνουν συνεχώς στην επιφάνεια.

Τι δικές του ανάγκες ο Νόρμαν τις καλύπτει με την επιτυχία ή αποτυχία του Σερ;
Ο Νόρμαν είναι ένα πλάσμα βαθιά πληγωμένο και φοβισμένο. Δεν είναι τυχαίο που βρίσκεται επί τόσα χρόνια δίπλα σε έναν πληθωρικό αλλά εξαιρετικά επικοινωνιακό άνθρωπο όπως είναι ο Σερ. Με κάποιο τρόπο ο Σερ αναπληρώνει ένα κομμάτι που ο Νόρμαν έχει αλλά φοβάται να βγάλει προς τα έξω. Γιατί ο Νόρμαν θα μπορούσε πράγματι να είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός, δεν είχε όμως ποτέ το κουράγιο και το θάρρος να βρεθεί μπροστά στο κοινό και να εκτεθεί πλήρως. Νιώθει λοιπόν ότι ο δικός του ρόλος – το να φροντίζει ότι ο Σερ θα είναι σε θέση να εμφανιστεί στη σκηνή – είναι εξίσου σημαντικός και επομένως ανήκει και στον ίδιο ένα μέρος της επιτυχίας του Σερ. Ο Νόρμαν θεωρεί το θέατρο σαν το σπίτι του – το απόλυτο καταφύγιο στο οποίο νιώθει ασφαλής από τον έξω κόσμο που τόσο τον έχει πληγώσει και γι’ αυτό θα κάνει τα πάντα προκειμένου να παραμείνει για πάντα πλαισιωμένος από τους καλλιτέχνες και τους ανθρώπους του θεάτρου που είναι η μοναδική του οικογένεια, καθώς τον έχουν αποδεχτεί όπως είναι.

Είναι ένα αυτοβιογραφικό έργο, με ποιο τρόπο καταφέρνει να αφορά το κοινό;
Το έργο καταφέρνει να συγκινεί όχι μόνο τους ανθρώπους του θεάτρου, αλλά και όλους τους θεατές καθώς στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται μια βαθιά ανθρώπινη σχέση που μας αφορά όλους. Ο Σερ και ο Νόρμαν μπορεί να είναι δυο άνθρωποι που ζουν και αναπνέουν για το θέατρο, και οι δυο όμως έχουν τις ανάγκες και τους φόβους που έχει κάθε άνθρωπος και αναζητούν εναγωνίως να αγαπηθούν και να γίνουν αποδεκτοί από τους γύρω τους. Είναι δυο χαρακτήρες που «ξεγυμνώνονται» μπροστά μας προκειμένου να μας δείξουν την αλήθεια τους. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο «Αμπιγιέρ» βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα. O συγγραφέας του έργου, ο Ronald Harwood, υπήρξε ο αμπιγιέρ του ηθοποιού Sir Donald Wolfit για πολλά χρόνια ενώ εκείνος περιόδευε τα θέατρα της επαρχιακής Αγγλίας. Σε αυτόν βασίζεται και ο χαρακτήρας του Σερ.

Εκτός από τις καταστάσεις πίσω από τη σκηνή πως μπλέκεται η κοινωνική κατάσταση;
Ο «Αμπιγιέρ» καταφέρνει να φωτίσει με απολαυστικό και ενίοτε κωμικό τρόπο τις δραματικές στιγμές που βιώνουν οι ηθοποιοί αντιμέτωποι με τους ρόλους τους και ταυτόχρονα δίνει στον θεατή την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξει μέσα από την κλειδαρότρυπα των παρασκηνίων και να γίνει μάρτυρας των κωμικοτραγικών καταστάσεων που συμβαίνουν στις κουίντες εν ώρα παράστασης. Το ότι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ τα αγγλικά θέατρα βομβαρδίζονται καθημερινά από τις γερμανικές δυνάμεις το κάνουν ακόμα πιο ενδιαφέρον, καθώς μας δίνει την ευκαιρία να ερευνήσουμε τον ρόλο του θεάτρου σε μια εποχή έντονης κρίσης και ανησυχίας, όπου ο κοινωνικός ιστός είναι διαρρηγμένος. Η περίοδος του Β Παγκοσμίου Πολέμου στον οποίο διαδραματίζεται ο «Αμπιγιέρ» μπορεί να έχει αρκετές διαφορές με το σήμερα, και στις δυο όμως περιπτώσεις οι καλλιτέχνες καλούνται να επιβιώσουν κάτω από αντίξοες συνθήκες να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους και την καλλιτεχνική τους ακεραιότητα.

Πόσο αυτή συνδέεται με την κατάρρευση του ηθοποιού;
Ο Σερ αποφασίζει να βγει περιοδεία γιατί πιστεύει ακράδαντα ότι έτσι επιτελεί τεράστιο έργο, καθώς ο λόγος του William Shakespeare πρέπει να ακουστεί στην αγγλική επαρχία και αυτός είναι ο δικός του τρόπος αντίστασης στον επίδοξο κατακτητή. Νιώθει υποχρεωμένος να μεταλαμπαδεύσει στο κοινό τις τα λόγια και τα διδάγματα του Will – όπως τον αποκαλεί – αδιαφορώντας για την ψυχική και σωματική του υγεία. Αυτό όμως που τον πληγώνει και τον οδηγεί σταδιακά προς την κατάρρευση είναι το γεγονός ότι κανείς δεν φαίνεται να εκτιμά την θυσία του αυτή. Το παράπονο του αποκαλύπτεται στο παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του έργου: «Δεν μπορώ, δεν μπορώ να δώσω τίποτε άλλο. Αυτή η δουλειά μου κόβει την ζωή! Δεν θέλω κάθε βράδυ, να πασαλείβω τα μούτρα μου με μπογιές, και να φοράω ρούχα που δεν είναι δικά μου. Δεν είμαι κανα παιδάκι που μασκαρεύεται, είμαι ηθοποιός, αυτή είναι η δουλειά μου, το έργο της ζωής μου και κανείς δεν εκτιμάει το ότι εγώ βγαίνω κάθε βράδυ εκεί έξω αδιαφορώντας για την υγεία μου».

Νατάσα Μαστοράκου

in.gr

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο