Αυτοχαρακτηρίζεται παιδί του Ματαρόα. Η πόρτα του σπιτιού του ανοιγόκλεινε για ανθρώπους του πολιτισμού και της πολιτικής, για τον Γιάννη Μόραλη, τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Λεωνίδα Κύρκο. Έχει διατελέσει πρέσβης στο Βιετνάμ, το Βέλγιο και το Μαρόκο, γνωρίζοντας σε βάθος το πάντρεμα διαφορετικών πολιτισμών. Όταν όμως έφυγε από τη ζωή ο πατέρας του αποφάσισε να ενδώσει και στο κάλεσμα της τέχνης.

«Κατά λάθος έγινα διπλωμάτης», δηλώνει στο in.gr ο Πλάτων Αλέξης Χατζημιχάλης, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γαλλία αφού οι γονείς του έφυγαν από την Ελλάδα με τον εμφύλιο πόλεμο.

Στην Ελλάδα επέστρεψε στα εφηβικά του χρόνια με έναν διαφορετικό «αέρα». Θυμάται το οικογενειακό του σπίτι στην Πλάκα το οποίο φιγουράρει πλέον ως Μουσείο Λαογραφικής Τέχνης.

Η διαμονή του όμως στη χώρα δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Τα γεγονότα ανέτρεψαν τα σχέδιά του. Η Χούντα των Συνταγματαρχών ώθησε τον κ. Χατζημιχάλη στην έξοδο από την Ελλάδα και από παιδί του «Ματαρόα (πλοίο όπου περισσότεροι από 130 Έλληνες επιβιβάστηκαν και αναχώρησαν για Ιταλία και Γαλλία στις αρχές του Εμφυλίου)» θα μπορούσε να τον θεωρήσει κανείς προοδευτικό νέο απέναντι σε μισαλλόδοξα παραληρήματα.

«Με την Χούντα δεν μπορούσα να μείνω στην Ελλάδα, και έτσι στα 18 μου χρόνια ξαναέφυγα για τη Γαλλία. Οι γονείς μου ήταν προοδευτικοί, οπότε κρύβαμε κόσμο στο σπίτι. Ο πατέρας μου έφυγε στο εξωτερικό πριν τον πιάσουν, έπιασαν όμως την Αμαλία Φλέμινγκ με την οποία δούλευε τότε. Ο περισσότερος κόσμος δεν αντιδρούσε απέναντι στη Χούντα. Υπήρχαν όμως και αληθινοί αριστεροί, όχι οι ψευτοαριστεροί όπως τώρα. Γνώρισα σημαντικές προσωπικότητες, από τον Ηλία Ηλιού μέχρι τον Λεωνίδα Κύρκο. Συζητούσαν με τους γονείς μου, ως παιδί τους έβλεπα», θυμάται, ενώ δεν ξεχνά και τους ανθρώπους της τέχνης που κοιτούσε με περιέργεια και θαυμασμό.

«Θυμάμαι αρκετά τους ανθρώπους του πολιτισμού που μπαινόβγαιναν στο σπίτι, δανείστηκα πολλά από την τέχνη τους. Μεγάλωσα, μεταξύ άλλων, με τον Γιάννη Μόραλη, τον Γιάννη Παππά, τον Κώστα Αξελό, τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Ο πατέρας μου ήταν αρχιτέκτονας. Ο παππούς της μητέρας μου ήταν ο Γιάννης Σβορώνος», επισημαίνει ο κ. Χατζημιχάλης.

Προτού περάσει στα σύνορα του πολιτισμού, τα οποία άργησε να διασχίσει καθώς ορισμένες σκέψεις εμπόδιζαν την εκκίνηση μιας επαγγελματικής πορείας, μιλά για την «προίκα» που του άφησε η διπλωματία.

«Ένας από τους λόγους για τους οποίους επεδίωξα να πάω στο Βιετνάμ και να ανοίξω την πρεσβεία, καθώς μέχρι το 2007 δεν είχαμε πρεσβεία, ήταν αφενός γιατί ήταν σημαντικό να έχουμε παράλληλες οικονομικές σχέσεις και αφετέρου για να συναντήσω τον στρατηγό Βο Νγκουέν Γκιαπ. Ο άνθρωπος αυτός όχι μόνο κατάφερε να κατατροπώσει τους Γάλλους, τους Αμερικάνους, αλλά κατάφερε να διώξει και τους Κινέζους. Είναι μια ιστορική μορφή και είχα την τύχη να είμαι από τους τελευταίος ξένους που τον συνάντησαν. Λίγο μετά τη συνάντησή μου με τον στρατηγό, είχα προεδρική επίσκεψη τον Κάρολο Παπούλια, τότε ΠτΔ. Ήταν η πρώτη επίσκεψη έλληνα Προέδρου στο Βιετνάμ. Ζήτησε ο κ. Παπούλιας να δει τον Γκιαπ και δεν μπόρεσε γιατί ο τελευταίος είχε καταπέσει», αναφέρει μιλώντας για τις αναμνήσεις από το Βιετνάμ, μια χώρα για την οποία αρκετοί θα έλεγαν ότι βρίσκεται στη σκιά απωθημένων. Ο κ. Χατζημιχάλης όμως έχοντας ζήσει για χρόνια εκεί, έχει αντίθετη άποψη.

«Γνώρισα ένα Βιετνάμ χωρίς απωθημένα. Ένα Βιετνάμ κοντά στην πολιτική των ΗΠΑ. Όταν ρωτήσαμε τον πρωθυπουργό πώς μπορούσαν να μην κρατούν εχθρική στάση απέναντι στις ΗΠΑ, αφού πηγαίναμε – φανταστείτε – σε χωριά όπου βρίσκαμε βόμβες στα δέντρα, η απάντηση ήταν η εξής καταπληκτική: »Στην ιστορία ενός λαού τι πιστεύετε ότι είναι δέκα χρόνια πολέμου; Εμείς ξέρετε από πότε πολεμάμε τους Κινέζους;»», υπογραμμίζει και δανείζεται κομμάτια της ιστορίας:

«Οι Βιετναμέζοι έχουν πίσω τους την κουλούρα και τον πολιτισμό της Κίνας. Αντιλαμβάνονται όμως την Κίνα ως έναν κατακτητή που προσπαθούσε επί αιώνες να τους ισοπεδώσει . Δεν τα κατάφερε όμως. Προσπαθούν να διατηρήσουν την ταυτότητα και την εθνική τους υπόσταση».

Το Βιετνάμ ήταν μια από τις στάσεις του κ. Χατζημιχάλη ως πρέσβη. Στάθμευσε το διπλωματικό του όχημα και στο Βέλγιο και το Μαρόκο, όπου διαμένει σήμερα. Η σταδιοδρομία της διπλωματίας ξεκίνησε από την Ινδία και τελείωσε το 2016 στο Μαρόκο.

«Το Βιετνάμ ήταν πιο εξωτικό. Στη διπλωματική μου σταδιοδρομία κινήθηκα πολύ ευρωπαϊκά μεταξύ Αθηνών, Παρισιού, Βρυξελλών και Λονδίνου. Οι τρεις μακρινές μου θέσεις ήταν πολύ σημαντικές και από την άποψη πολιτισμών και από την άποψη της κουλτούρας και των ανθρώπων που συνάντησα εκεί. Στην Ινδία ήμουν πολύ νέος, εργάστηκα ως γραμματέας πρεσβείας. Πρέσβης ήμουν στο Βιετνάμ, το Βέλγιο και το Μαρόκο. Γενικός πρόξενος ήμουν στο Λονδίνο», εξηγεί.

Ανασύροντας από τη μνήμη του τα χρόνια στο Βέλγιο και το Μαρόκο δηλώνει:

«To Βέλγιο με ενδιέφερε πολύ, είναι χώρα διπλού πολιτισμού. Μια χώρα που έχει την ίδια ημερομηνία γεννήσεως με τη δική μας. Μιλώ για την νεότερη Ελλάδα. Υπάρχει από το 1830. Αυτό που ένωσε τον λαό ήταν η θρησκεία γιατί είχαν διαφορετική γλώσσα. Εξακολουθούν και συνυπάρχουν διαφορετικές κουλτούρες, πράγμα το οποίο βρήκα στο Μαρόκο. Το Μαρόκο θα μπορούσε να είναι διαλυμένο, όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία, η Λιβύη. Τιμητική στιγμή έζησα εκεί όταν ανέλαβα διευθυντής του φεστιβάλ ιερής μουσικής της Φεζ».

Αποκαλύπτοντας όμως το άσβεστο πάθος του, στρέφεται στην τέχνη με την οποία πλέον ασχολείται επαγγελματικά.

«Από μικρό παιδί ζούσα με ανθρώπους που έβαζαν τον πολιτισμό και την τέχνη πάνω από όλα. Δεν αποφάσισα νέος να χαράξω σταδιοδρομία στην τέχνη γιατί δεν τολμούσα να πω ότι θα δημιουργήσω κάτι δυνατό έχοντας δίπλα μου όλους αυτούς τους σπουδαίους καλλιτέχνες, αλλά και τον πατέρα μου. Έτρεφα ένα σύμπλεγμα απέναντί τους. Η ενασχόλησή μου με την τέχνη ήρθε με τον θάνατο του πατέρα μου», εκμυστηρεύεται ο κ. Χατζημιχάλης που ως εικαστικός αναζητά το αφηρημένο που εκρήγνυται από τη φύση.

Κατά τη δεκαετία του 1980 με την ανάδειξη της δουλειάς των Young British Artists, ως σύγχρονων καλλιτεχνών, ενοχλήθηκε από την « έλλειψη αισθητικής» που περιέλουζε την σύγχρονη τέχνη. Καθώς περπατούσε, όμως, κάποια στιγμή στη φύση της Νορμανδίας, αντίκρισε ένα χαλί με φύκια. Μόλις το είδε συνειδητοποίησε ότι μπροστά του απλώνεται ένα διαφορετικό είδος τέχνης, μια νέα άποψη που θα επαναπροσδιόριζε την έννοια του σύγχρονου.

«Αφότου στέγνωσαν τα φύκια, τα κόλλησα σε άμμο δημιουργώντας το πρώτο μου έργο, το οποίο πουλήθηκε τη δεκαετία του 1990. Με απασχολεί να βρω στη φύση κάτι αφηρημένο και να αντιληφθώ την τέχνη που παράγεται από τη φύση. Παίρνοντας αντικείμενα οργανικά και βάζοντάς τα το ένα κοντά στο άλλο φτιάχνουμε αφηρημένη τέχνη», αναφέρει και καταλήγει στα έργα που τον απασχολούν: τα τρισδιάστατα και τα έργα που βγαίνουν από τις φωτογραφίες.

Ελισάβετ Σταμοπούλου

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr