«Αγάπα τον γείτονά σου»: αυτό είναι το μότο της πόλης Μακάλεν, που βρίσκεται στη πολιτεία του Τέξας, δίπλα στα αμερικανικά σύνορα με το Μέξικο.

Η πόλη, που αριθμεί περί τους 150.000 κατοίκους, εκτός από δημοφιλή προορισμό πολλών ηλικιωμένων και συνταξιούχων Τεξανών, λειτουργεί –λόγω της θέσης της- κι ως διαμετακομιστικό ανθρώπινο κι εμπορικό σταυροδρόμι ανάμεσα σε ΗΠΑ και Μέξικο.

Κάθε χρόνο υπολογίζεται πως από το Μακάλεν περνάνε πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι, οι οποίοι παίρνουν ένα από τα λεωφορεία που θα τους μεταφέρουν κατόπιν σε κάποια άλλη αμερικανική πολιτεία.

Όλα αυτά μέχρι πέρσι την άνοιξη, όταν το ξαφνικό κύμα της εισροής μεταναστών όχι μόνο από το γειτονικό Μέξικο, αλλά από πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, έπιασε την πόλη εξαπίνης, σχεδόν απροετοίμαστη.

Μέχρι το καλοκαίρι του 2014, ο αριθμός των μεταναστών που είχε περάσει τα σύνορα προς τις ΗΠΑ είχε ανέλθει στις 130.000 –εκ των οποίων, οι μισοί ήταν παιδιά μέχρι 18 ετών. Οι άνθρωποι αυτοί προέρχονταν από το Μέξικο, αλλά και την Ονδούρα, το Ελ Σαλβαδόρ, τη Γουατεμάλα κι άλλες φτωχές λατινοαμερικάνικες χώρες.

Όπως και στην εγχώρια περίπτωση με τη Κω, όλοι αυτοί οι μετανάστες συνωστίστηκαν στο Μακάλεν. Όπου μπορούσαν, έστω και πρόχειρα. Γέμισαν τα γήπεδα, τα γυμναστήρια, τις αεροπορικές βάσεις, μέχρι και τα βενζινάδικα. Όπου υπήρχε χώρος να στηθεί μια σκηνή και να μπει από κάτω μια οικογένεια με τα παιδιά της.

Ο δήμαρχος της πόλης, Τζιμ Ντάρλινγκ, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, με τα πενιχρά μέσα που διέθετε, προκειμένου να ανακουφίσει την καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων. Ούτε μια στιγμή δεν είπε «να σηκωθούν να φύγουν από το Μακάλεν». Αλλά η αλήθεια είναι πως πάλευε σχεδόν μόνος του.

«Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν περάσει τόσα πολλά μέχρι να έρθουν εδώ που αξίζει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους βοηθήσουμε», τόνιζε τότε ο Ντάρλινγκ.

Με το Μακάλεν εν μέσω της δίνης του «μεταναστευτικού προβλήματος», έπρεπε να βρεθεί επειγόντως μια λύση. Κι ο από μηχανής θεός που συνέτρεξε προς βοήθεια των μεταναστών δεν ήταν το ίδιο το κράτος, αλλά μια αμερικανίδα καλόγρια.

Η Νόρμα Πιμεντέλ είναι μια 62χρονη Ρωμαιοκαθολική μοναχή που είναι ευρύτερα γνωστή στην πολιτεία ως «Αδελφή Νόρμα». Ξεκίνησε το φιλανθρωπικό της έργο σε ενορίες πόλεων γύρω από την κοιλάδα του ποταμού Ρίο Γκράντε, που διατρέχει το Τέξας, μέχρι που άκουσε για τα όσα συνέβαιναν στο Μακάλεν.

«Πήρα τον ιερέα της ενορίας της Ιερής Καρδιάς στο κέντρο του Μακάλεν και τον ρώτησα αν μπορώ να χρησιμοποιήσω την εκκλησία του για μερικές ημέρες», λέει η Πιμεντέλ.

Λίγες ημέρες μετά την άφιξη της στη πόλη, στις 10 Ιουνίου 2014, η καλογριά ίδρυσε το Κέντρο της Ιερής Καρδιάς για Καθολικές Φιλανθρωπίες. Και η Εκκλησία της Ιερής Καρδιάς έγινε εν μια νυκτί το επίσημο κέντρο συγκέντρωσης των μεταναστών που εισέρχονταν στο Τέξας.

Πάνω από 200 μετανάστες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, εισέρχονταν κάθε μέρα στο Κέντρο, μια παλιά φραγκισκανική εκκλησία που χτίστηκε το 1911.

Δίπλα στο ναό υπάρχει το ενοριακό κέντρο, που μοιάζει με σχολικό γυμναστήριο και που η 62χρονη μοναχή έχει μετατρέψει σε μια άτυπη… μπουτίκ: οι μετανάστες, αφού πρώτα βολευτούν κάπου, κατόπιν μπορούν να μπουν στο χώρο αυτό και να πάρουν  ρούχα για τους ίδιους και τις οικογένειες τους.

Τα ρούχα και τα παπούτσια είναι προσεκτικά χωρισμένα σε ανδρικά, γυναικεία και παιδικά και προέρχονται όλα από δωρεές κατοίκων, αλλά και ολόκληρων γειτονικών ενοριών, που συνέδραμαν κι αυτές με τη σειρά τους το λιθαράκι τους στην προσπάθεια της Πιμεντέλ.

«Ωστόσο, δεν τους αφήνουμε να διαλέξουν αυτοί τα ρούχα που θέλουν. Τους τα δίνουμε εμείς. Δεν θέλουμε να ξεσπάσουν καυγάδες ανάμεσα τους και να γίνει ο χώρος σαν ένα τεράστιο σουπερμαρκετ», λέει η Πιμεντέλ.

Παραδίπλα, έχει οργανωθεί ένα πρόχειρο ιατρείο, ενώ οι εθελοντές του Κέντρου έχουν πληρώσει από την τσέπη τους για να μπει ένα σύστημα κλιματισμού σε όλο το χώρο, ακόμη και στις πλήρως ανακαινισμένες τουαλέτες και τα ντουζ.

Επικεφαλής των εθελοντών είναι η Μάιρα Γκάρζα, μια αμερικανίδα μεξικάνικης καταγωγής που υποδέχεται τον καθέναν από τους μετανάστες λέγοντας τους Bienvenidos!(«καλώς ήρθατε» στα ισπανικά), με στόχο, όπως λέει η ίδια, να τους κάνει να νιώσουν άνετα από την πρώτη κιόλας στιγμή, μετά από ένα τόσο δύσκολο και δυσάρεστο ταξίδι που μεσολάβησε.

Στις μητέρες δίνουν πάνες και γάλα για τα παιδιά τους, ενώ υπάρχει μέχρι και παιδότοπος ώστε οι πιτσιρικάδες να ξεχαστούν για λίγο, μέχρι τουλάχιστον οι γονείς τους βρουν τι θα κάνει η οικογένεια μέσα στις επόμενες ημέρες.

Κι όταν διευθετηθεί ο επόμενος προορισμός του καθενός από τους άτυχους αυτούς ανθρώπους, οι εθελοντές τους βοηθάνε ακόμη περισσότερο: πριν επιβιβαστούν στο λεωφορείο, δίνουν σε κάθε οικογένεια μια μεγάλη τσάντα με τρόφιμα, νερό, μια κουβέρτα και μερικά μικρά παιχνίδια.

Μέχρι τον περασμένο Ιούνιο, πάνω από 18.000 άνθρωποι είχαν φιλοξενηθεί στους κοιτώνες του Κέντρου.

Από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα οργάνωσε κάποια κέντρα υποδοχής μεταναστών στο Τέξας, οπότε ένα μέρος των ανθρώπων αυτών φιλοξενήθηκε και σε αυτά, ελαφρύνοντας το υπέρογκο βάρος της ενορίας της Ιερής Καρδιάς.

«Πλέον, δεχόμαστε περίπου πενήντα μετανάστες ημερησίως», προσθέτει η Πιμεντέλ, «αλλά κι αυτό ακόμη είναι ένα έξοδο. Σημαίνει πενήντα ζευγάρια παπούτσια σε καθημερινή βάση».

«Το ζήτημα [των μεταναστών] δεν είναι τόσο απλό, ούτε λύνεται με μια απλή εντολή «ασφαλίστε ή κλείστε τα σύνορα». Όμως εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε. Κι όταν το σπίτι του γείτονα σου καίγεται, δεν είναι σωστό να κλείσεις την πόρτα του δικού σου σπιτιού και να προσποιηθείς πως γύρω σου δεν υπάρχει μια πυρκαγιά να καίει», καταλήγει με νόημα η 62χρονη καλόγρια.

Κωνσταντίνος Τσάβαλος

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο