Ο Σαίξπηρ στα χέρια τριών νέων ανθρώπων. Τον διασκευάζουν, τον σκηνοθετούν και τον παρουσιάζουν στο κοινό με έναν διαφορετικό, πρωτότυπο τρόπο. Το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, καθώς η παράσταση γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Το in.gr μίλησε με τον Κώστα Γάκη, τον Κωνσταντίνο Μπιμπή και την Αθηνά Μουστάκα για την δύναμη του έρωτα στη σύγχρονη εποχή, αλλά και για το πόσο εύκολο είναι να υποδύονται όλους αυτούς τους χαρακτήρες που επηρέασαν την κλασική ιστορία του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας».

Επεξεργαστήκατε Σαίξπηρ. Γιατί αποφασίσατε να του δώσετε αυτή τη μορφή που έχει η παράσταση; Επιδιώκατε το κάτι διαφορετικό;
Νομίζω πως όταν επιδιώκεις την καινοτομία και το κάτι διαφορετικό, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα καταλήξεις σε κοινοτοπίες και σε παγίδες κενού αισθητισμού. Η μορφή που δώσαμε στην παράστασή μας, ξεπήδησε μέσα από την ορμή μας να κατοικήσουμε αυτή την υπέροχη ιστορία του Σαίξπηρ σαν παιδιά που λιγότερο σκέφτονται και περισσότερο γελάνε μαζί, κλαίνε μαζί και φτιάχνουν δικούς τους κόσμους. Κόσμους, που αν τους πετύχουν καλά και τους πιστέψουν πολύ, θα «μεταφέρουν» και τους μεγάλους εκεί…

Πιστεύετε στον έρωτα; Έχει τη δύναμη του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας»; Ή είναι πιο κυνικός πλέον;
Υπάρχει στην εποχή μας και στη χώρα μας όλη αυτή η γκάμα που απλώνεται από τον απόλυτο, αιθεροβάμονα ρομαντισμό μέχρι τον απόλυτο κυνισμό. Ευτυχώς υπάρχει χώρος για όλα. Καθένας επιλέγει τον έρωτα που του αντιστοιχεί. Καθένας δίνει τον ορισμό που επιθυμεί σε αυτή την μεγάλη και αρχέγονη ανθρώπινη φουρτούνα…

Πόσο εύκολο είναι να αλλάζετε τόσους ρόλους κατά τη διάρκεια της παράστασης;
Δεν είναι καθόλου εύκολο όπως καθόλου εύκολο δεν είναι και να κρατήσεις ένα συνεπή ρόλο από την αρχή ως το τέλος μιας παράστασης. Με τις κάθετες και πολύ γρήγορες αλλαγές ρόλων εγείρονται πολλά τεχνικά ζητήματα τα οποία αντιμετωπίσαμε με πολύ σκληρή και σχεδόν «εμμονική» δουλειά. Ο θεατής πρέπει να παραμυθιάζεται, να ταξιδεύει, να βλέπει πολλούς ρόλους και όχι να βλέπει έναν ηθοποιό να υποφέρει και να πασχίζει να βγάλει εις πέρας κάποια δοκιμασία. Για να είναι ο ηθοποιός χαλαρός μέσα σε μια τέτοια δοκιμασία θα πρέπει η δουλειά που έχει κάνει, να είναι λεπτομερής και το δόσιμο του -ψυχή τε και σώματι- στα όρια της αυτοθυσίας.

Οι άνθρωποι, θεωρείτε, υποκρίνονται; Χάνουν τον εαυτό τους ανάμεσα στους τόσους ρόλους που καλούνται καθημερινά να παίξουν;
Σίγουρα η υπόκριση είναι ένα υλικό που όλοι λίγο πολύ το χρησιμοποιούμε σε δύσκολες καταστάσεις, άθελα μας. Δεν είναι απαραίτητα κακό, αρκεί όντως να μη χάνουμε τον εαυτό μας. Πολλές φορές το ψέμα μπορεί να σε οδηγήσει σε πολύ σκοτεινούς δρόμους χωρίς επιστροφή.

Θέλατε από μικροί να γίνετε ηθοποιοί; Ή είναι κάτι που προέκυψε στην πορεία;

Αθηνά Μουστάκα: Οι πρώτες μου σπουδές ήταν ΜΜΕ στο Πάντειο και ήμουν πολύ χαρούμενη με την επιλογή αυτή. Ωστόσο, όταν κατάλαβα- δουλεύοντας για δυο χρόνια σε μια εταιρεία- ποια είναι η αρμοδιότητα μου, συνειδητοποίησα ότι δεν το ήθελα αυτό για μένα. Το να γίνω ηθοποιός το σκεφτόμουν ανέκαθεν, απλώς το είχα αποβάλλει σαν ιδέα γιατί το θεωρούσα ακατόρθωτο από πολλές απόψεις. Όταν κατάλαβα ότι η δουλειά θα σε ακολουθεί για τουλάχιστον 20 χρόνια ακόμη, πήρα να την απόφαση να δώσω σε δραματική σχολή και να γίνω αυτό που πάντα ονειρευόμουν. Για μένα το να είσαι ηθοποιός δεν σημαίνει ότι είσαι μέρος ενός life style ενός συστήματος όπως πολλοί νομίζουν με το να δουλεύεις σε σίριαλ και να παίζεις σε εμπορικά θέατρα (ό,τι κι αν αυτό σημαίνει και χωρίς απαραίτητα να θεωρείται σωστή ή λάθος η επιλογή κάποιου), αλλά να δίνεσαι ψυχή τε και σώματι. Αυτό τουλάχιστον προσπαθούμε με τα παιδιά, την ομάδα μου, την ομάδα «Ιδέα» να κάνουμε.

Κώστας Γάκης: Προσωπικά, δεν ήθελα από μικρός να γίνω ηθοποιός. Η ιδέα μου ήρθε στα 23 μου χρόνια χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη και ανάλυση, ούτε ως σφοδρό πάθος. Μάλλον ως εφήμερη παρόρμηση θα χαρακτήριζα αυτό το αεράκι επιθυμίας για μάσκες, σκηνές και ρόλους. Και ακόμα και σήμερα στα 38 μου χρόνια η τέχνη του ηθοποιού δεν αποτελεί το επίκεντρο της ύπαρξής μου.

Κωνσταντίνος Μπιμπής: Ήρθε μια μέρα να με βρει μάλλον σαν λύση, σαν λύτρωση. Μια βαθιά αδιευκρίνιστη ανάγκη που βρήκε καταφύγιο στην ιερή τέχνη του παλιάτσου, σε αυτήν την επινοημένη μυσταγωγία του τίποτα και των πάντων.

Ποιοι άνθρωποι σας έχουν επηρεάσει, διαμορφώσει;
Ποιητές όπως ο Τσέζαρε Παβέζε, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γιάννης Σκαρίμπας, άνθρωποι δάσκαλοι όπως ο Ανδρέας Μανωλικάκης (που ηγείται του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Actors Studio Drama School), διάφορες παραστάσεις, άνθρωποι που έχουν πιστέψει σε εμάς και μάχονται για ένα θέατρο που δεν ανήκει στη ευρύτερη έννοια του συστημικού θεάτρου και των παραγωγών που σκοπός τους είναι μόνο το χρήμα.

Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σας;
Εμπνεόμαστε αρχικά ο ένας από τη φλόγα του άλλου, από την αγάπη που μοιραζόμαστε αυτά τα τρία χρόνια που είμαστε ομάδα. Από κει και πέρα η έμπνευσή μας πηγάζει από κάθε τραγούδι, κάθε παλαβό παραμύθι, κάθε έξυπνο θεατρικό έργο, κάθε αλλόκοτο όνειρο, κάθε πολυσήμαντη εικόνα, κάθε ισχυρό καθημερινό περιστατικό… Όλη η ζωή η πλανεύτρα και ξεγελάστρα μας εμπνέει. Κι εμείς είμαστε δεκτικοί στα γητέματά της και τα πολύχρωμα ταξίδια της.

Τέχνη και κοινωνία. Είναι φάρμακο η τέχνη στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε;
Πιστεύουμε ότι η τέχνη είναι πρωτίστως θεραπεία και βάλσαμο για κάθε εσώτερη ανθρώπινη πληγή. Προσφέρει τέρψη, άρση της μοναξιάς και προτείνει επί της ουσίας ένα πρακτικό μοντέλο ενός διαφορετικού, πιο αλληλέγγυου και φωτεινού κόσμου. Επομένως ναι, θεωρούμε ότι είναι σπουδαίο φάρμακο η τέχνη, καθώς και σπουδαίο εργαλείο κατανόησης ενός τόσο παλαβού κόσμου.

Στο θέατρο εκτίθεστε. Ψυχή και σώμα. Το προτιμάτε από την τηλεόραση; Θα κάνατε τηλεόραση;
Το θέατρο είναι κάτι ολοζώντανο και φλεγόμενο και προφανώς αποτελεί τη μεγάλη μας αγάπη. Ωστόσο δεν απορρίπτουμε ως ομάδα την τηλεόραση. Πιστεύουμε ότι είναι ένα ακόμα μέσο για να εκφράσεις σκέψεις, συναισθήματα και δεν βλέπουμε αρνητικά να δημιουργήσουμε στο μέλλον κάτι τηλεοπτικό που να φέρει μια νέα ποιότητα και μια ανθρωπιά που τώρα τη στερείται σε συντριπτικό βαθμό το συγκεκριμένο μέσο.

Σας τρομάζει η οικονομική κρίση, και ακόμη περισσότερο, η κρίση αξιών στην εποχή που διανύουμε;
Δεν μας αρέσει τόσο η ιδέα του τρόμου. Προτιμάμε την ιδέα της δημιουργίας, της αντίστασης, της μάχης με οτιδήποτε προσπαθεί να υποδουλώσει την ψυχή και τη φαντασία μας.
Με μόνο όπλο τις τέχνες μας, μαζί με τρέλα μπόλικη και άγνοια κινδύνου ριχνόμαστε στον αγώνα για μια απάντηση στη κρίση που να έχει μέσα αρετή, έρωτα και ανθρωπιά.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Επειδή η συνεργασία μας πλέον δεν ανάγεται σε μια απλή τυπική σχέση αλλά νιώθουμε ο ένας τον άλλον οικογένεια, ιδανικά θα θέλαμε να δουλέψουμε μαζί για πολύ ακόμα. Είμαστε σε μια αναζήτηση καινούριου έργου και ευελπιστούμε ότι τα καλύτερα έπονται.

Συνέντευξη: Μαρία Πετροπούλου

Γράψτε το σχόλιο σας