Ο πρόεδρος της ΕΕΤΤ, Δρ. Λ. Κανέλλος εξηγεί με δυο λόγια ποια θα είναι τα οφέλη από τεχνολογική και αναπτυξιακή άποψη από την χορήγηση φάσματος ραδιοσυχνοτήτων κινητής τηλεφωνίας στις 14 Νοεμβρίου 2011.

Εν συντομία, από τεχνολογική άποψη τα οφέλη είναι τα εξής:

  • οι πάροχοι θα μπορέσουν να αναπτύξουν νέες ασύρματες τεχνολογίες και υπηρεσίες, καθώς και δίκτυα κινητής τηλεφωνίας τρίτης γενιάς.
  • Επενδύοντας τη ζώνη των 900 MHz θα ωφεληθούν σημαντικά από το χαμηλότερο επενδυτικό και λειτουργικό κόστος και θα αναπτύξουν υπηρεσίες, μέσω δικτύων κινητής τηλεφωνίας τρίτης γενιάς με χρήση τεχνολογίας UMTS, με υψηλότερους ρυθμούς μετάδοσης όπως είναι η περιήγηση στο Διαδίκτυο, η κινητή τηλεόραση, το «κατέβασμα» μεγάλων αρχείων.
  • Θα μπορούν να επιλέξουν τεχνολογία, εγκαθιστώντας συστήματα GSM/DCS, UMTS, LTE και WiMax.
  • Θα εξασφαλίζουν ακόμα τη συνέχιση παροχής υπηρεσιών δεύτερης γενιάς στις οποίες έχουν ήδη επενδύσει.

Από αναπτυξιακή άποψη, οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές θα ωφεληθούν από νέες, κινητές ευρυζωνικές υπηρεσίες και ιδιαίτερα οι κάτοικοι απομακρυσμένων, νησιωτικών και αραιοκατοικημένων περιοχών της χώρας.  «Κατ’ αυτό τον τρόπο, γεφυρώνεται το «ψηφιακό χάσμα» κέντρου και περιφέρειας, συμβαδίζουμε τεχνολογικά με άλλες ανεπτυγμένες χώρες, διασφαλίζεται το δικαίωμα ισότιμης πρόσβασης κάθε Έλληνα πολίτη στην ψηφιακή οικονομία, ενώ ενισχύεται δημοσιονομικά – σε μία δύσκολη στιγμή – η ελληνική οικονομία», είπε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της ανεξάρτητης Αρχής.

Στις τρείς συμμετέχουσες εταιρίες COSMOTE, VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ και WIND κατακυρώθηκε όλο το προς διάθεση φάσμα στις ζώνες των 900 MHz και 1800 MHz. Το συνολικό τίμημα που εξασφάλισε η ΕΕΤΤ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, στην παρούσα δύσκολη οικονομική συγκυρία, ανέρχεται σε 380,535 εκατ. Ευρώ (298,2 για το GSM και 82,2 για το DCS), δηλαδή συνολικά 110 εκ. ευρώ περισσότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις ύψους 270 εκ. ευρώ.

Η σχεδίαση και η διενέργεια του διαγωνισμού

«Ενόψει λήξης των σχετικών δικαιωμάτων χρήσης του φάσματος το 2012, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε έγκαιρα τη διαδικασία πριν από ένα χρόνο περίπου. Επιλογή μας ήταν να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε μία ανοικτή και διαφανή διαγωνιστική διαδικασία, υπό συνθήκες ασφάλειας και ρυθμιστικής σταθερότητας, για τη χορήγηση ραδιοσυχνοτήτων στις ζώνες των 900 και 1800 MHz. Κινηθήκαμε συνεκτιμώντας τα ακόλουθα δεδομένα:

  • Πρώτον, υλοποιώντας την Οδηγία 2009/114/ΕΚ της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, η οποία όριζε την απελευθέρωση της ζώνης των 900 MHz από οποιοδήποτε τεχνολογικό περιορισμό, με στόχο την παροχή υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας τρίτης και τέταρτης γενιάς στην Ευρώπη.
  • Δεύτερον, εξασκώντας τις θεσμικές υποχρεώσεις της ΕΕΤΤ για την ενίσχυση του ανταγωνισμού, την ανάπτυξη της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την προστασία των καταναλωτών, σύμφωνα με και με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες – Πλαίσιο και Αδειοδότησης δικτύων και υπηρεσιών ((2002/21/ΕΚ, 2002/20/ΕΚ αντίστοιχα).
  • Τρίτον, κατανοώντας την ανάγκη να εξασφαλιστεί επαρκής χρόνος για τις εταιρίες ώστε να σχεδιάσουν την αξιοποίηση του φάσματος, που θα διεκδικούσαν, για την ανάπτυξη καινοτόμων κινητών ευρυζωνικών υπηρεσιών πρόσβασης και περιεχομένου. Παράλληλα, μέλημά μας ήταν να διασφαλίσουμε τη συνέχεια στην παροχή ανταγωνιστικών υπηρεσιών από τους υφισταμένους παρόχους, που έχουν ήδη επενδύσει σε δίκτυα, προσωπικό και τεχνολογίες, χωρίς όμως να αποκλείσουμε τη δυνατότητα πρόσβασης τυχόν νεοεισερχομένων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕΤΤ λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η παροχή υπηρεσιών τρίτης γενιάς (3G) στη ζώνη των 900 MHz παρέχει σημαντική εξοικονόμηση στο κεφαλαιουχικό κόστος ανάπτυξης δικτύου σε σχέση με τη ζώνη των 2100 MHz, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άμεση άρση των τεχνολογικών περιορισμών στις ζώνες των 900 και 1800 MHz είναι δυνατό να δημιουργήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους παρόχους, που έχουν λάβει μεγαλύτερο μέρος φάσματος στις εν λόγω ζώνες.

  • Ειδικότερα, η ζώνη των 900 MHz κρίνεται ως ιδιαίτερα πολύτιμη, καθότι διαθέτει χαρακτηριστικά καλύτερης διάδοσης, καλύπτει μεγαλύτερες αποστάσεις συγκριτικά με τις ζώνες υψηλότερων συχνοτήτων και διευκολύνει την επέκταση σύγχρονων υπηρεσιών φωνής, δεδομένων και πολυμέσων σε αραιοκατοικημένες και αγροτικές περιοχές.

Η ΕΕΤΤ εξέτασε συνολικά τον αναδασμό (refarming) για το σύνολο της ζώνης των 900 MHz και αποφάσισε τη διενέργεια ανοικτού διαγωνισμού για τα δικαιώματα, που λήγουν τα έτη 2012, 2016 και 2017, καθώς και για το τμήμα, που μέχρι πρόσφατα χρησιμοποιείτο από τις Ένοπλες Δυνάμεις. Στον ίδιο σχεδιασμό εντάχθηκε και η αδειοδότηση του διαθέσιμου φάσματος στη ζώνη των 1800MHz. Με αυτό τον τρόπο, διασφαλίζεται η διαφάνεια στη διαδικασία και η δυνατότητα όλων των ενδιαφερομένων να διεκδικήσουν με ίσους όρους φάσμα ραδιοσυχνοτήτων στις ζώνες των 900 και 1800 MHz.

Από την άλλη πλευρά, οφείλαμε να διασφαλίσουμε ένα δίκαιο τίμημα για το Ελληνικό Δημόσιο που θα αντιστοιχούσε στην πραγματική αξία του προς χορήγηση και δημοπράτηση φάσματος και μάλιστα για όλη τη χρονική διάρκεια της 15ετούς  παραχώρησης των δικαιωμάτων.

Προτάξαμε ως κεντρική επιλογή την ισότιμη, συμμετρική και χωρίς διακρίσεις αντιμετώπιση όλων των ενδιαφερομένων, υφιστάμενων παρόχων ή τυχόν νεοεισερχομένων, όσον αφορά στη δυνατότητα πρόσβασης στο απελευθερωμένο φάσμα ραδιοσυχνοτήτων. Στην κατεύθυνση ενίσχυσης του ανταγωνισμού, θεσπίσαμε σειρά σημαντικών υποχρεώσεων για τους αδειούχους, όπως η εθνική περιαγωγή, η συνεγκατάσταση δικτύων και εξοπλισμού και η λειτουργία κινητών εικονικών παρόχων (MVNOs), δηλαδή παρόχων που μπορούν να παρέχουν στο κοινό συνδυαστικά και κινητές υπηρεσίες, χωρίς κατ΄ ανάγκη να διαθέτουν δικό τους δίκτυο.

  • Η αποτίμηση του φάσματος έγινε από ανεξάρτητο εξωτερικό σύμβουλο, που είχε υποστηρίξει, μεταξύ άλλων, τη Γερμανική Ρυθμιστική Αρχή, κατά την πρόσφατη δημοπρασία εκχώρησης φάσματος στη Γερμανία.

Συγκεκριμένα, ελήφθησαν υπόψη οι ακόλουθες παράμετροι:

  • Το γεγονός ότι το ραδιοηλεκτρικό φάσμα αποτελεί ένα σπάνιο εθνικό πόρο
  • Συγκριτικά στοιχεία από δημοπρασίες άλλων χωρών, προσαρμοσμένα στα ελληνικά δεδομένα
  • Η εμπειρία της ΕΕΤΤ σε δημοπρασίες φάσματος, καθώς έχει σχεδιάσει και εκτελέσει, συνολικά, έξι, από το 2000, με συνολικά έσοδα, μαζί με την παρούσα, άνω του 1,1 δισ. ευρώ.
  • Οι εκτιμήσεις για την πορεία και την πιθανή ανάκαμψη του κλάδου, σε βάθος 15ετίας
  • Η εκτιμώμενη τεχνολογική εξέλιξη, ο περιορισμένος αριθμός των συμμετεχόντων σε συνδυασμό με διάφορα άλλα κριτήρια, πληθυσμιακά, εισοδηματικά κ.λ.π.

Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο να καθοριστεί η τιμή εκκίνησης όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πραγματική αξία των εν λόγω συχνοτήτων.

Όσον αφορά στη διαγωνιστική διαδικασία αυτή καθεαυτή, θέλω να επισημάνω τρία ζητήματα:

  • Πρώτον, ότι σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα στελέχη της ΕΕΤΤ με την υποστήριξη του διεθνούς συμβούλου να περιορίζεται στην αποτίμηση της αξίας του φάσματος και στην αξιολόγηση της προτεινόμενης διαδικασίας. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να συγκριθεί με αντίστοιχες διαδικασίες σε άλλες χώρες, κατά τις οποίες η αμοιβή των εξωτερικών συμβούλων που εκτέλεσαν το σύνολο της διαδικασίας, ανήλθε σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ, υπολογιζόμενη ως ποσοστό επί του συνολικού εκπλειστηριάσματος, ποσά που η ΕΕΤΤ εξοικονόμησε υπέρ του Δημοσίου.
  • Δεύτερον, η διαδικασία αναδασμού του φάσματος είναι η πρώτη που εκτελείται υπό το αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Πλαίσιο, και αφορά σε δημοπράτηση φάσματος που βρισκόταν ήδη σε χρήση. Για το λόγο αυτό, η πρόταση της ΕΕΤΤ εξετάσθηκε ενδελεχώς από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πριν αυτή δώσει τη σύμφωνη γνώμη της, αφού η ελληνική εμπειρία ενδέχεται να αποτελέσει πανευρωπαϊκό προηγούμενο.
  • Τρίτον, ότι διεξήχθη σε διάλογο με την αγορά, αφού δόθηκε η δυνατότητα στους παρόχους να εκφράσουν ανοιχτά την άποψή τους, με τη διεξαγωγή δύο Δημόσιων Διαβουλεύσεων, ενώ συνεχής και συστηματική, βήμα προς βήμα, ήταν η ενημέρωση όλων για την πορεία της διαδικασίας.

Η διαγωνιστική διαδικασία, που ακολουθήθηκε, περιελάμβανε δύο στάδια:

Κατά το πρώτο στάδιο, οι τρεις εταιρίες, έλαβαν στην τιμή εκκίνησης, το σύνολο των ήδη δεσμευμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων στη φασματική περιοχή των 900 MHz, όπως είχαν αιτηθεί, καταβάλλοντας τίμημα, που ανήλθε σε 181,7 εκατ. ευρώ.

Στο δεύτερο διαγωνιστικό στάδιο, που έληξε σήμερα 14 Νοεμβρίου, εκχωρήθηκε στις τρεις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας το υπόλοιπο διαθέσιμο φάσμα στην περιοχή των 900MHz και των 1800 MHz, μετά από δημοπρασία τεσσάρων γύρων. Αντίστοιχα, το τίμημα, που καταβλήθηκε, στο δεύτερο στάδιο, και από τις τρεις εταιρίες, ανήλθε σε 198,835 εκατ. Ευρώ, ήτοι σύνολο 380,535 εκατ. ευρώ.

Τα αποτελέσματα της διαδικασίας για το Ελληνικό Δημόσιο, την αγορά, τους καταναλωτές και τη χώρα είναι εξαιρετικά σημαντικά.

Από αμιγώς δημοσιονομική άποψη, η ΕΕΤΤ έχει συλλέξει και αποδώσει προς το Ελληνικό Δημόσιο, από το 2000 μέχρι σήμερα, μόνο από έξι δημοπρασίες φάσματος, ποσό που υπερβαίνει το 1,1 δισ. ευρώ.»

In.gr Τεχνολογία

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο