Προς το τέλος του B’ Παγκοσμίου Πολέμου ένας Αμερικανός πιλότος και ένας Ιάπωνας αξιωματικός του ναυτικού έχουν ναυαγήσει σε μια μικρή ατόλη του Ειρηνικού. Στην παραλία απειλούν να συγκρουστούν με μοναδικά όπλα ένα μαχαίρι και μία λόγχη από μπαμπού. Εξαντλημένοι οπισθοχωρούν ο καθένας σε μια άκρη του όρμου. Μιλούν διαφορετικές γλώσσες και έπειτα από διάφορες […]
Προς το τέλος του B’ Παγκοσμίου Πολέμου ένας Αμερικανός πιλότος και ένας Ιάπωνας αξιωματικός του ναυτικού έχουν ναυαγήσει σε μια μικρή ατόλη του Ειρηνικού. Στην παραλία απειλούν να συγκρουστούν με μοναδικά όπλα ένα μαχαίρι και μία λόγχη από μπαμπού. Εξαντλημένοι οπισθοχωρούν ο καθένας σε μια άκρη του όρμου. Μιλούν διαφορετικές γλώσσες και έπειτα από διάφορες αμοιβαίες προσβολές και προκλήσεις, ο Ιάπωνας εξουδετερώνει τον Αμερικανό και τον δένει σε έναν κορμό. Ύστερα από λίγο, ο Αμερικανός αντιστρέφει την κατάσταση. Ξαφνικά, παράλογα, απελευθερώνει τον παραξενεμένο Ιάπωνα. Ακολουθεί μια τεταμένη ανακωχή, περνούν τις μέρες τους άπρακτοι με παιδιάστικα παιχνίδια, ώσπου ο Ιάπωνας αρχίζει να κατασκευάζει μια αξιοθρήνητη σχεδία. Στην αρχή ο Αμερικανός τον παρακολουθεί περιφρονητικά. Ύστερα αρχίζει να τον βοηθά και μαζί φτιάχνουν μια σχεδία που, έπειτα από ένα εφιαλτικό ταξίδι, τους μεταφέρει σε ένα σύμπλεγμα μικρών νησιών. Τα νησιά είναι ακατοίκητα, αλλά στα ερείπια αμερικανικών και ιαπωνικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων ανακαλύπτουν διάφορες προμήθειες και ανάμεσά τους τσιγάρα και ένα μπουκάλι σακέ. Το γιορτάζουν, αφού πλυθούν, ξυριστούν και φορέσουν καθαρές στολές. Μισομεθυσμένοι και ταραγμένοι από τις εικόνες του πολέμου σε ένα περιοδικό, αφήνουν την παλιά τους εχθρότητα να ζωντανέψει και φεύγουν οργισμένοι προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Μια βραδιά στο κέντρο της πόλης γεμάτη τραγούδια, ιστορίες και μουσικές που έχουν καθιερώσει την Μαρία Παπαγεωργίου ως μία από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες και δημιουργούς της γενιάς της.