"Έχω την αίσθηση ότι" από το "I have the feeling that..."
Αυτή η έρμη η ελληνική γλώσσα έχει αρκετές λέξεις και εκφράσεις, ώστε να μην χρησιμοποιούνται τα μεταφραστικά δάνεια.
Νίκος Βασιλάκος
Λαμόγιο...
Η λέξη "λαμόγιο" σημαίνει εξαπατώ κάποιον (συχνά και εξαφανίζομαι) ή δεν εμφανίζομαι, δεν πηγαίνω κάπου, ενώ είχα συμφωνήσει να πάω.
Π.χ. "Είπαμε στον Βαγγέλη να έρθει στον γάμο αλλά εκείνος την έκανε λαμόγια".
Η λέξη είναι αβέβαιου ετύμου και πιθανολογείται ότι προέρχεται από την ισπανική έκφραση "la moya" που σημαίνει "η τάδε".
Τήνελλα καλλίνικε...
Η λέξη "τήνελλα" ('τλονγκ' ή 'τλανγκ' στα Νεοελληνικά) σχηματίστηκε από τον Αρχίλοχο ως απομίμηση του ήχου που κάνει η χορδή της κιθάρας.
Ο Αρχίλοχος χρησιμοποίησε τη λέξη αυτή στην αρχή ενός επινίκιου ύμνου στον Ηρακλή:
"Tήνελλα, ω Καλλίνικε, χαίρε...".
Γι' αυτόν το λόγο η φράση "τήνελλα, καλλίνικε" καθιερώθηκε ως επευφημία προς τους νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων.
Τα εξ αμάξης...
('Ακουσα / Του-Της είπα / Έσυρα...) τα εξ αμάξης
Τα εξ αμάξης (υβριστικά λόγια) είναι λόγια τα οποία απευθύνονται με έντονο επιτιμητικό τρόπο προς κάποιον. Του έψαλε (του έσυρε) τα εξ αμάξης: "τον περιέλουσε με βρισιές και αισχρολογίες".
Η φράση προήλθε από τα πειράγματα και τα φαιδρολογήματα, τα οποία εκστόμιζαν οι Αθηναίες από τις άμαξες που τις έφερναν από την Ελευσίνα στην Αθήνα, όταν τελείωναν τα Ελευσίνια Μυστήρια.
Οι φράσεις: "ώσπερ εξ αμάξης" του Δημοσθένη "Περί του Στεφάνου, 122" ή "τα εκ των αμαξών σκώμματα, επί των απαρακαλύπτως σκωπτόντων" από το λεξικό της Σούδας, ήταν παροιμιώδεις ήδη από την αρχαιότητα.
Χαφιές & Ρουφιάνος & Σπιούνος
Η λέξη χαφιές προέρχεται από την τουρκική 'hafiye' και σημαίνει: 'κατάσκοπος, μυστικός πράκτορας' και κατ' επέκταση: 'σπιούνος-ρουφιάνος'.
Η πράξη του χαφιέ και το καθεστώς που δημιουργείται είναι ο επικαλούμενος 'χαφιεδισμός'.
'Ρουφιάνος' είναι ο 'προαγωγός, μαστρωπός' και κατά συνεκδοχή 'το πρόσωπο που διαβάλλει, συκοφαντεί κάποιον'.
Η λέξη προέρχεται από την ιταλική 'ruffiano'.
Ο 'σπιούνος' προέρχεται από το ιταλικό 'spione' και σημαίνει 'κατάσκοπος, πράκτορας'.
Στη Ελληνική, ο σπιούνος είναι πρόσωπο που παρακολουθεί τις κινήσεις των άλλων και τις αναφέρει σε όποιον τυχόν ενδιαφέρεται. Συνήθως σε πρόσωπο που ασκεί εξουσία, με υλικό αντάλλαγμα, για να αποκτήσει την εύνοιά του, είτε από κακοήθεια.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι οι Έλληνες ως λαός όταν είναι για κακόσημες λέξεις δεν μαγαρίζουμε τις ελληνικές αλλά καταφεύγουμε σε δάνεια, κυρίως από την Τουρκική, την Ιταλική, αλλά και την Γερμανική γλώσσα.
Έτσι οι λέξεις έχουν και τη βιωματική φόρτιση των αντίστοιχων περιόδων της ελληνικής ιστορίας.
Κουλουβάχατα
Η μεγάλη αναστάτωση, το μπέρδεμα. Η λέξη 'κουλουβάχατα' προέρχεται από την Αραβική έκφραση 'Kullu Wahad' η οποία σημαίνει "όλα ένα".
Η λέξη διαδόθηκε από τον τίτλο πολιτικού φυλλαδίου του Θ.Ι.Κολοκοτρώνη, εγγονού του ήρωα της Επανάστασης, "Η κουλουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σημεριναί ιδέαι".
Χωριό που φαίνεται, κολαούζο δεν θέλει
Η λέξη 'Κολαούζος' προέρχεται από την Τουρκική Kilavuz και σημαίνει τον οδηγητή, τον οδηγό.
Χωριό λοιπόν που φαίνεται δεν χρειάζεται οδηγό για να σε πάει. Σε κάτι δηλαδή που είναι φανερό και αυταπόδειχτο δεν χρειάζεται κολαούζος.
Η ομοιότητα της λέξης με την κόλα και το ρήμα κολλάω οδήγησε στη λανθασμένη χρήση της: 'Τί μου κόλλησες έτσι σαν τον κολαούζο. Πήγαινε παραπέρα.' ή 'Η Δέσποινα δεν πάει πουθενά χωρίς τον κολαούζο της'.
Λίθοι, πλίνθοι, κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι
Η έκφραση υπάρχει στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τη λέει ο Σωκράτης:
"Λίθοι τε και πλίνθοι και ξύλα και κέραμος ατάκτως μεν ερριμμένα, ουδέν χρήσιμά εστίν".
Ξενοφών 'Απομνημονεύματα' 3.1.7.3
Ο Σωκράτης αναφέρει τα δομικά υλικά που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μιας οικοδομής, τονίζοντας ότι όταν μεν είναι χύμα ερριμμένα δεν είναι διόλου χρήσιμα, για να καταλήξει ότι το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση ενός στρατεύματος που είναι άτακτο.
Νταλαβέρι ή Νταραβέρι
Η λέξη προέρχεται απο το ιταλικό 'δούναι και λαβείν', "dare-avere" και αρχικά σήμαινε την εμπορική σχέση και συναλλαγή οποιασδήποτε μορφής.
Στη συνέχεια η σημασία της λέξης διευρύνθηκε σημαίνοντας, κατ' επέκταση, κοινωνική σχέση κι επαφή.
Έτσι, το 'νταραβέρι' κατέληξε να χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει συναισθηματικές ή ερωτικές σχέσεις.
Ντιμπέιτ (debate), δημόσιος διάλογος ή τηλεμαχία;
Μπορεί η ελληνική γλώσσα να βρίθει λέξεων, όταν όμως έρχεται η στιγμή να τις χρησιμοποιήσουμε μάς φαίνονται 'λίγες'.
Τί ποιό φυσικό από το να αποκληθεί το 'ντιμπέιτ' διάλογος. Όχι, φίλες και φίλοι, δεν μας είναι αρκετό, ούτε καν το δημόσιος διάλογος δεν φτάνει στους απαιτητικότατους καθημερινούς ομιλητές της Ελληνικής.
Έτσι επιστρατεύονται ξένες λέξεις για να αποδώσουν ό,τι πιο θεμελιώδες στην ελληνική γλώσσα και σκέψη, τον διάλογο.
Η λέξη ντιμπέιτ προέρχεται από το αγγλικό debate και σημαίνει τον δημόσιο διάλογο. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε σωρηδόν για να περιγράψει τις τηλεοπτικές αναμετρήσεις των Αμερικανών προέδρων και έγινε μόδα (του συρμού ελληνιστί).
Το 'debate' προέρχεται από το λατινικό ρήμα 'battuo' το οποίο σημαίνει 'χτυπώ, καταφέρω χτύπημα'. Από το 'battuo' προήλθε το γαλλικό 'debattre' εξ ου και το 'debate'.
Η πιο δόκιμη λέξη για την 'τηλεμαχία' των πολιτικών αρχηγών είναι ίσως ο (τηλεοπτικός) διάλογος, ο οποίος σημαίνει 'συζητώ με επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα', ό,τι ακριβώς κάνουν οι πολιτικοί αρχηγοί.
Η ακολουθία των μονολόγων, των λόγων και των αντιλόγων συνιστούν τον πολιτικό δημόσιο διάλογο, ο οποίος θα έπρεπε να χρησιμοποιείται στα Ελληνικά αντί του όρου 'debate'.
Η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο
Αναφέρεται στις 'Εκκλησιάζουσες' του Αριστοφάνη. Η λέξη αρχίζει στον στίχο 1.169 και αποτελεί μια ολόκληρη μαγειρική συνταγή που προφέρεται απνευστί επί σκηνής.
Συγκεκριμένα πρόκειται για συνταγή κυκεώνα, 'αχταρμά' νεοελληνιστί, στην οποία το φαγητό είναι συνονθύλευμα τροφών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αριστοφανική λέξη έχει καταγραφεί ως η μεγαλύτερη πραγματική λέξη στον κόσμο στο ΒιΒλίο των Ρεκόρ "Guinness" (Guinness Book of Records):
Το επίθετο 'καινούργιος' προέρχεται από το 'καινουργής' και το μεταγενέστερο 'καινουργός'.
Η λέξη ετυμολογικά προέρχεται από το αρχαίο ρήμα 'καινουργώ (-έω)' που σημαίνει "αναδημιουργώ, ξεκινώ κάτι νέο" < καινός+εργώ.
Η γραφή καινούριος δεν δικαιολογείται από την ετυμολογία της λέξης. Επιπροσθέτως, αξίζει να αναφερθεί ότι η λέξη συναντάται στους αρχαίους και τους βυζαντινούς συγγραφείς 304 φορές με -ργ- και όχι με -ρι-.
Εν κατακλείδι, ακόμη και ο απλός ομιλητής της Ελληνικής αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει καμμία σημασιολογική σύνδεση της λέξης καινούργιος με τον ούριο, ούτε βέβαια με τα ουρί του παραδείσου, ώστε να δικαιολογείται η γραφή χωρίς το -γ-.
Βάρεσε (έσκασε) κανόνι...
Όταν κάποιος έμπορος πτώχευε στα χρόνια της τουρκοκρατίας, βαρούσαν κανονιά για να το πληροφορηθούν οι πιστωτές του. Συγκεκριμένα "έριχναν κανονιά" (topu atmak) κι έτσι μάθαιναν όλοι το πάθημά του.
Κατατρέχω ή Κατατρύχω...
Κατατρέχω σημαίνει 'διάκειμαι εχθρικά απέναντι σε κάποιον, προσπαθώ να του κάνω κακό'. Από το κατατρέχω προέρχεται και ο κατατρεγμός και το κατατρεγμένος με την σημασία του 'άτυχου', του 'κυνηγημένου'.
Κατατρύχω σημαίνει 'βασανίζω, ταλαιπωρώ', πχ. 'Με κατατρύχουν οι τύψεις ή οι συμφορές'.
Η χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλέας...
Ο ρομαντικός ποιητής 'Αγγελος Βλάχος (1838-1920) είχε γράψει ένα ποίημα με τίτλο "Η ωραία Ελλάς".
'Η ωραία Ελλάς'
Ξεύρεις την χώραν που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα
που κοκκινίζ' η σταφυλή
και θάλλει η ελαία;
Ω δεν την αγνοεί κανείς,
είναι η γη η ελληνίς
Το ποίημα διακωμωδήθηκε στο περιοδικό "Ραμπαγάς" και έκτοτε η φράση 'η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας' χρησιμοποιείται ως ειρωνική αναφορά σε παλαιότερη στομφώδη και εξωπραγματική ωραιοποίηση της Ελλάδας.
Φαιδρός: Αυτός που λάμπτει από χαρά. Αυτός που προκαλεί γέλιο ή ευχαρίστηση. Μεταφορικά -με κακή σημασία- αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς να πάρει στα σοβαρά.