Τρίτη 05 Απριλίου 2011, 12:20

in.gr » Ψυχαγωγία

Αλ.Ντερπούλης: Ως συγγραφέας είμαι «λευκό χαρτί»

Μεταξύ θεάτρου, κινηματογράφου και λογοτεχνίας, ο Αλέξανδρος Ντερπούλης προτιμά και τα τρία! «Δοκιμάζει» συνεχώς τις συγγραφικές του ικανότητες, με κοινό παρανομαστή την επικοινωνία με το κοινό. Ο συγγραφέας μίλησε στο in.gr/Books για τη δημιουργική γραφή και τα μελλοντικά του σχέδια.
Συνέντευξη στη Μαίρη Ε. Μπιμπή

Βιβλία, κινηματογράφος, θέατρο, κοινός παρανομαστής η γραφή. Και πίσω απ’ τη γραφή, κρύβεται η ανάγκη για έκφραση ή κάτι άλλο; Η αμφίδρομη επικοινωνία με το κοινό ή η εξωτερίκευση σκέψεων με αποδέκτη τον ίδιο σας τον εαυτό;

Πίσω από τη γραφή βρίσκεται πάντα η επιθυμία αλλά και η ανάγκη να εξωτερικεύσω θέματα που με απασχολούν και με προβληματίζουν αλλά όχι ως ένας εσωτερικός μονόλογος. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα επιχειρούσα καμιά «έκθεση» προς τα έξω, δεν θα έγραφα. Με οποιοδήποτε είδος γραφής λογοτεχνία, θέατρο και σενάριο, εκφράζω πρώτιστα τον πόθο μου να επικοινωνήσω στους συνανθρώπους μου τις σκέψεις μου και τον τρόπο που βλέπω όσα συμβαίνουν γύρω μου. Να τους κάνω να προβληματιστούν μαζί μου και να σκεφτούν. Είναι μια επιβεβαίωση ότι δεν είμαι μόνος κι ότι έχουμε όλοι μας έναν κοινό παρανομαστή που μας ενώνει.

Η παρουσία σας σε διαφορετικά είδη λόγου έχει στόχο να προσεγγίσει ένα διαφορετικό κοινό ή να δοκιμάσετε τις δικές σας δυνατότητες ως παραγωγός λόγου και τέχνης;

Πειραματίζομαι, θα έλεγα καλύτερα, με διαφορετικά είδη γραφής, τουλάχιστον όσον αφορά στην εκτέλεσή τους, γιατί με γοητεύει η διαδικασία του καθενός από αυτά. Στην ουσία όμως όλα τα είδη της Δημιουργικής Γραφής έχουν κοινή βάση και κοινό σκοπό. Να ειπωθεί μια ολοκληρωμένη ιστορία που θα αφορά και θα συγκινεί όλους. Κι όταν λέω «συγκινεί» εννοώ να τον παρασύρει και να ταυτιστεί με αυτήν. Η προσέγγιση διαφορετικού κάθε φορά κοινού είναι τελείως έξω από την οπτική μου. Οταν έχω να πω κάτι και το λεω με όση αλήθεια κρύβω μέσα μου, τότε θέλω να πιστεύω ότι προσεγγίζω γενικά το κοινό, ανεξαρτήτως των προσωπικών προτιμήσεων που αυτό έχει. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάποιος βλέπει μόνο θέατρο ή μόνο κινηματογράφο ή διαβάζει αποκλειστικά και μόνο λογοτεχνία. Μπορείς να κάνεις με την ίδια θέρμη και τα τρία μαζί.

Στο τελευταίο σας βιβλίο «Το νησί κάτω από την ομίχλη» υπάρχει έντονο το στοιχείο του θρίλερ. Είναι ένας τρόπος να μιλήσετε για την θρησκεία σ’ ένα κοινό που σήμερα την έχει απαξιώσει; Ή μήπως το θρίλερ είναι ένα είδος που «πουλάει» περισσότερο στο αναγνωστικό κοινό;

«Το νησί κάτω από την ομίχλη» είναι ένα εκκλησιαστικό/θρησκευτικό θρίλερ με αρκετά μεταφυσικά/γοτθικά στοιχεία. Σκοπός μου δεν είναι να μιλήσω για τη θρησκεία. Τη χρησιμοποιώ όμως ως μέσον, ως άλλοθι αν θέλετε, για να εκφράσω ένα καθολικό ζήτημα, αυτό της Πίστης. Οταν λέω Πίστη δεν εννοώ κατ' ανάγκη την θρησκευτική πίστη. Η θρησκεία και το πως ο καθένας πραγματώνεται μέσα από αυτήν, είναι σαφώς ένα καλό «σχήμα», απόλυτα κατανοητό σε όλους, για να κάνουν μετέπειτα οποιαδήποτε αναγωγή θέλουν σε άλλα επίπεδα της ζωής τους.
Το θρίλερ είναι αλήθεια ότι πουλάει στο αναγνωστικό κοινό αλλά όχι το ελληνικό θρίλερ. Οι Έλληνες δεν πιστεύουν ότι κάποιος Ελληνας συγγραφέας μπορεί να γράψει καλό θρίλερ γιατί δεν υπάρχει μέσα στην παράδοσή μας, όπως στους Αγγλους ή τους Αμερικάνους, ή έτσι πιστεύουν τουλάχιστον. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα πουλάνε περισσότερο ξένοι λογοτέχνες που έχουν ασχοληθεί με το είδος. Με «Το νησί κάτω από την ομίχλη» κάνω μια προσπάθεια να αποδείξω πως και υλικό έχουμε στην Ελλάδα εκμεταλλεύσιμο γι' αυτό το είδος αλλά και τον τρόπο να το κάνουμε θελκτικό στους αναγνώστες.

Όπως αναφέρατε, πίσω από το θρησκευτικό αυτό θρίλερ, κρύβεται η διαμάχη μεταξύ πίστης και έρευνας. Εσείς τι έχετε ανάγκη περισσότερο, να πιστεύετε κάπου ή να ερευνάτε κάτι;

Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως χρειάζεται μεγάλη πίστη για να ερευνήσω με πάθος κάτι. Χρειάζονται και τα δύο αν θέλω να φτάσω στην ολοκλήρωση. Χωρίς την πίστη δεν θα ερευνούσα τίποτα και χωρίς την έρευνα δεν θα πίστευα σε τίποτα. Σκεφτείτε μόνο ότι και για να πιστέψουμε κατ' αρχάς στον εαυτό μας, που το θεωρώ ως την απόλυτα αναγκαία πίστη, θα πρέπει πρώτα να ψάξουμε βαθειά μέσα μας, να ερευνήσουμε δηλαδή, τι είμαστε, τι θέλουμε, τι μπορούμε και που πάμε.

Αυτή την περίοδο στο 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των εκδόσεων Καστανιώτη η Καλλιρρόη Μυριαγκού ερμηνεύει τον μονόλογο Costa Rica, όπου η ηρωίδα εξωτερικεύει την ανάγκη να αποδράσει από την καθημερινότητά της. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να γράψετε τον θεατρικό αυτό μονόλογο; Αλήθεια πόσο εύκολο ήταν να γράψετε έναν γυναικείο μονόλογο;

Η ιδέα ξεκίνησε από την Καλλιρρόη Μυριαγκού, την Πωλίνα Καραναστάση που σκηνοθέτησε την παράσταση και από εμένα. Φίλοι και οι τρεις από πολύ παλιά, κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε ότι έχουμε κοινά βιώματα αν και οι ζωές μας δεν είχαν την ίδια πορεία. Και το καλό είναι ότι όχι μόνο οι δικές μας ζωές είχαν αυτές τις ομοιότητες αλλά και πολλών γνωστών μας. Μιας γενιάς που βίωσε την εξαπάτηση με όλο της το είναι, που βρέθηκε σε ερωτικό, πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό αδιέξοδο, ψάχνοντας να βρει τις λύσεις που θα τους απεγκλωβίσουν και θα τους κάνουν και πάλι να νιώσουν Ανθρωποι με όλη τη σημασία της λέξης.
Τώρα για το αν ήταν εύκολο να γράψω γυναικείο μονόλογο, προσωπικά πιστεύω ότι ως συγγραφέας οφείλω να είμαι «άφυλος» όπως και «ανήθικος», να έχω μια σειρά κι από άλλα χαρακτηριστικά που αρχίζουν με α- στερητικό. Γιατί καλούμαι να γράψω για χαρακτήρες που είναι και πρεσβεύουν άλλα από αυτά που είμαι και πιστεύω εγώ. Ως συγγραφέας είμαι «λευκό χαρτί» και κάθε φορά αναπτύσσω από το μηδέν τα πλάσματα και την ιστορία που δημιουργούν, πολλές φορές από μόνα τους. Οσο δύσκολο είναι να γράψω για έναν άνδρα ή για ένα παιδί, άλλο τόσο δύσκολο είναι να γράψω για μια γυναίκα. Την ίδια έρευνα θα κάνω, την ίδια παρατήρηση και την ίδια πορεία θα ακολουθήσω ώστε να τους κάνω αληθοφανείς.

Η επικοινωνία με το κοινό, αναγνώστες και θεατές, πόσο επηρεάζει τη γραφή σας; Οι αντιδράσεις, τα σχόλια τους εισχωρούν με κάποιο τρόπο στα συγγραφικά σας εγχειρήματα ή παράγετε σε «πνευματικό κενό»;

Και σαφώς με αφορά η γνώμη του κοινού, τα σχόλιά τους, η κριτική τους και οι αντιδράσεις τους. Θα ήμουν ψεύτης αν ισχυριζόμουν το αντίθετο. Σε αυτούς απευθύνεται ό,τι γράφω και από αυτούς θα επιβεβαιωθώ, θα δικαιωθώ ή όχι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με επηρεάζουν στην λογοτεχνική, θεατρική ή σεναριακή μου παραγωγή. Κυρίως, γράφω αυτό που με απασχολεί κάθε φορά, προσπαθώντας να του δώσω καθολική μορφή και σημασία ώστε να αφορά και άλλους. Δεν οδηγεί το κοινό. Ο δημιουργός προτείνει και κατευθύνει. Η συμπόρευση του κοινού μαζί του είναι το μεγάλο έπαθλο που λυτρώνει και τους δύο ισάξια.

Τελικά, τι είναι ευκολότερο να δημιουργείς: ένα λογοτεχνικό κείμενο, ένα σενάριο ή ένα θεατρικό έργο; Στο κοινό σήμερα, τι έχει μεγαλύτερη απήχηση, και γιατί;

Καθένα από αυτά τα είδη έχει τις δυσκολίες και τις ευκολίες του. Η τεχνική παίζει μεγάλο ρόλο σε αυτό, πέρα από την έμπνευση που έχω και το όποιο ταλέντο διαθέτω. Εχω σπουδάσει και γνωρίζω καλά τους «νόμους» που διέπουν αυτά τα είδη. Σαφώς πιο χρονοβόρο είναι ένα μυθιστόρημα γιατί έχω να διαχειριστώ όχι μόνο διαλόγους αλλά και σκέψεις, συναισθήματα, περιγραφές και γεγονότα. Από την άλλη όλα αυτά πρέπει να τα ενσωματώσω με ευφάνταστο τρόπο μόνο στους διαλόγους σ’ ένα σενάριο ή σ’ ένα θεατρικό κείμενο. Και τα τρία είδη όμως έχουν την γοητεία τους στη διαδικασία γραφής τους και όλες οι δυσκολίες ξεπερνιούνται από την επιθυμία μου να τα δω ολοκληρωμένα και ειλικιρινά ειπωμένα.
Εχω την εντύπωση ότι περισσότερη απήχηση έχει η λογοτεχνική γραφή, αν βασιστώ στην ζήτηση που έχει το συγκεκριμένο είδος στο Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής που διευθύνω εδώ και έξι χρόνια αλλά και από τα 15 χρόνια που συνολικά διδάσκω τα τρία αυτά είδη.

Επόμενα συγγραφικά εγχειρήματα υπάρχουν, και σε ποιους τομείς;

Το «Νησί κάτω από την ομίχλη» είναι η αρχή μιας τετραλογίας. Μετά την Πίστη που ασχολήθηκα σε αυτό το μυθιστόρημα, θα ακολουθήσουν άλλα τρία μυθιστορήματα με θέμα την Αγάπη, την Σοφία και την Ελπίδα αντίστοιχα. Τώρα αρχίζω και μαζεύω υλικό για το δεύτερο της σειράς που θα αναφέρεται στην Αγάπη. Συγχρόνως έχω αρχίσει να διασκευάζω τον θεατρικό μονόλογο «Costa Rica» σε νουβέλα, μια αντίθετη διαδικασία αλλά αρκετά προκλητική για να ασχοληθώ. Επίσης τελειώνω ένα σενάριο για ταινία μεγάλου μήκους. Είναι μια screwball comedy,ένα είδος ξεχασμένο από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, τουλάχιστον στην αμερικάνικη κινηματογραφική παραγωγή. Ομως το είδος αυτό που αναπτύχθηκε στην Αμερική μετά το οικονομικό «κραχ» του 1929 και έδωσε ελπίδα και διασκέδαση σε όλους τους ταλαιπωρημένους πολίτες, μοιάζει να είναι αναγκαίο και στη χώρα μας σήμερα όσο ποτέ, μ' όλη αυτή την οικονομική καταστροφή που βιώνουμε και που έχει επιπτώσεις σε πολλά επίπεδα. Επίσης έχω τελειώσει και βρίσκομαι στο στάδιο της διόρθωσης τριών θεατρικών μονοπράκτων με κοινό άξονα και ενός ακόμα θεατρικού έργου. Και βλέπουμε.

Γραφή βάσει «σχεδίου» ή έμπνευσης; Στις μέρες μας όλο και περισσότερο οι εκδότες «πιέζουν» τους πνευματικούς δημιουργούς, μέσω των συμβολαίων.

Αυτό είναι μια προσωπική επιλογή και δεν υπάρχει κάποιος κανόνας. Αλλοι λειτουργούν μόνο με την έμπνευση, άλλοι μόνο βάσει σχεδίου. Πολλές φορές συμβαίνουν και τα δύο. Προσωπικά, αν έχω να πω κάτι, θα το κάνω, έχω δεν έχω έμπνευση. Οι συγγραφείς δεν πάσχουν απο έλλειψη έμπνευσης. Πολλές φορές θέλουμε να πούμε κάτι και δεν ξέρουμε τον τρόπο να το πούμε κι αυτό καλούμαστε να ψάξουμε. Είναι θέμα δουλειάς και όχι «μούσας». Χώρια ότι η «αρρώστια» που μας ταλανίζει είναι η τεμπελιά την οποία αποδίδουμε πολύ καλά τεχνηέντως στην έλλειψη έμπνευσης.
Το να πιέζεις έναν συγγραφέα να γράψει το επόμενο δημιούργημά του με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί να είναι ανεπίτρεπτο, αλλά αυτό μπορεί να σημαίνει ότι έχεις αναγνωρίσει πως η γραφή του είναι αξιόλογη και έχει απήχηση στο κοινό. Αν δεν μπορεί ο ίδιος να το καταλάβει και να αξιοποιήσει κατάλληλα και αποτελεσματικά αυτό του το χάρισμα, ας το κάνει κάποιος άλλος γι αυτόν. Απ' την άλλη, πολλοί είναι αυτοί που λειτουργούν καλύτερα με dead lines και εγώ είμαι ένας απ αυτούς.

Η επιτυχία ενός πνευματικού έργου καθορίζεται από την απήχηση που έχει στο κοινό στο οποίο απευθύνεται ή από τα βραβεία που απονέμουν σ’ αυτό οι διάφοροι φορείς;

Μεγάλο θέμα αν μέσα σε αυτό προσθέσεις και τις κριτικές που γράφονται κατά καιρούς για τα πνευματικά έργα. Η αλήθεια είναι ότι όλοι θέλουμε να απολαμβάνουμε τα πάντα: και τις καλές κριτικές και την μεγάλη απήχηση στο κοινό και τα βραβεία. Οποιος τα πετύχει έχει εκπληρώσει ένα μεγάλο μέρος της επαγγελματικής (και προσωπικής) του ευτυχίας. Δεν μπορώ να γνωρίζω μέσα από τι πραγματώνεται ο καθένας και πως ορίζει την επιτυχία. Είναι αλήθεια ότι «χρυσώνουμε το χάπι» συνέχεια και αν πετύχουμε μόνο καλές κριτικές ή μόνο βραβεία ή μόνο μεγάλη απήχηση στο κοινό ή ακόμα και τίποτα από αυτά, προσποιούμαστε ότι αδιαφορούμε για όσα δεν καταφέραμε, εστιάζοντας αποκλειστικά στην ανάγκη της «καλλιτεχνικής δημιουργίας» και μόνο, ως αυτοσκοπό, με την κρυφή ελπίδα όμως να τα πετύχουμε καποια στιγμή στην ζωή μας.
Σχετικά άρθρα
Προτεινόμενα ψυχαγωγίας:
Τι παίζει τώρα Ταινίες της ημέρας
Multimedia