| Αποτελέσματα αναζήτησης για 'gross': Λέξεις 1η έως 10η |
|---|
| 1 | gross | [grOus] ουσ. γρόσα, δώδεκα δωδεκάδες: two gross of eggs δύο γρόσες αβγά § eggs sell by the gross τα αβγά πωλούνται με τη γρόσα # οικον. ακαθάριστες εισπράξεις # επίθ. αηδιαστικός: gross manners αηδιαστικοί τρόποι # αποκρουστικά παχύς ή ογκώδης: he's fat but he's not gross είναι παχύς, αλλά δεν είναι χοντρούλιακας # χονδροειδής: gross mistake χονδροειδές λάθος # εξόφθαλμος, κατάφωρος: gross injustice κατάφωρη αδικία # πρόστυχος, ευτελής, ποταπός, χυδαίος: gross manners χυδαίοι τρόποι # ανάρμοστος, απρεπής, σκαιός, τραχύς: gross language ανάρμοστη γλώσσα # (για φυτά:) θεριεμένος, θρασεμένος # οικον. χονδρικός, ακαθάριστος, μ(ε)ικτός: gross receipts ακαθάριστες εισπράξεις § gross weight μ(ε)ικτό βάρος # ΦΡ. gross blunder χοντρή γκάφα § gross ignorance παχυλή άγνοια § gross income οικον. ακαθάριστο εισόδημα § gross national product οικον. ακαθάριστο εθνικό προϊόν § gross negligence νομ. βαριά αμέλεια § gross profit οικον. ακαθάριστο κέρδος § gross ton 2240 λίβρες § gross tonnage οικον. μικτή χωρητικότητα § great gross δωδεκάγροσο, μεγάλη γρόσα |
| 2 | gross | [grOus] ρ. οικον. αποφέρω ή αποδίδω συνολικά # εισπράττω συνολικά ή καθαρά, "καθαρίζω": the company grossed 10 million η εταιρία καθάρισε 10 εκατομμύρια # ΦΡ. gross up αθροίζω ή υπολογίζω τις τελικές καθαρές εισπράξεις |
| 3 | gross blunder | χοντρή γκάφα. Δείτε επίσης: gross |
| 4 | gross earnings | ακαθάριστες εισπράξεις. Δείτε επίσης: earnings |
| 5 | gross exaggeration | χονδροειδής μεγαλοποίηση. Δείτε επίσης: exaggeration |
| 6 | gross ignorance | παχυλή άγνοια. Δείτε επίσης: gross |
| 7 | gross income | ακαθάριστο εισόδημα. Δείτε επίσης: gross |
| 8 | gross injustice | κατάφωρη αδικία. Δείτε επίσης: gross |
| 9 | gross language | ανάρμοστη γλώσσα. Δείτε επίσης: gross |
| 10 | gross manners | αηδιαστικοί τρόποι # χυδαίοι τρόποι. Δείτε επίσης: gross |