| Αποτελέσματα αναζήτησης για 'shit': |
|---|
| 1 | shit | [shIt] ουσ. περίττωμα ή περιττώματα, "ακαθαρσίες", σκατά ή σκατό: dog shit περιττώματα σκύλου # κένωση των εντέρων, αφόδευση, κν. αποπάτηση, χέσιμο: I've had a shit αποπάτησα # ιδ. κάθαρμα, λεχρίτης, ρεμάλι, σκατάς: the little shit broke the window το σκατόπαιδο έσπασε το παράθυρο # ιδ. παλιόπραμα, ψευτόπραμα: where did you buy that shit? που αγόρασες αυτό το παλιόπραμα; # κουραφέξαλα: that's a lot of shit! αυτά είναι κουραφέξαλα! # (ψέμα:) μούσι, μουσαντό: no shit! ντόμπρα! μπέσα! # ΦΡ. chicken shit 1. κουτσουλιά > 2. κουτσουκέλα,( παρασπονδία) § in the shit ιδ. σε στριμούρα |
| 2 | shit | [shIt] ρ. αφοδεύω, αποπατώ, κν. χέζω # ιδ. κατατρομάζω, τα κάνω από τον φόβο μου # ΦΡ. shit on.. ιδ. "καρφώνω"/καταδίδω τον.. § shit on it! χυδ. μούντζω τα! χέστα! |
| 3 | shit on it! | μούντζω τα! χέστα!. Δείτε επίσης: shit |
| 4 | shit on.. | "καρφώνω"/καταδίδω τον... Δείτε επίσης: shit |
| 5 | shithead | [shItheed] ουσ. ιδ. λεχρίτης, σκατάς |
| 6 | shitless | [shItles] επίθ. χυδ. χεσμένος (από φόβο) |
| 7 | shitter-brain | [shIterbrein] ουσ. ιδ. αφηρημένος, ξεμυαλισμένος |
| 8 | shitty | [shIti] επίθ. ιδ. αηδιαστικός: shitty food αηδιαστική τροφή # επονείδιστος, κατάπτυστος, κν. σκατένιος: that was a shitty thing to do αυτό ήταν παλιανθρωπιά |
| 9 | shitty food | αηδιαστική τροφή. Δείτε επίσης: shitty |