| Αποτελέσματα αναζήτησης για 'independent': |
|---|
| 1 | independent | [indipEndent] επίθ. ανεξάρτητος: he's independent of his parents είναι ανεξάρτητος από τους γονείς του # αυτόνομος: independent colony αυτόνομη αποικία # αυτεξούσιος: he's independent enough not to.. είναι αρκετά αυτεξούσιος ώστε να μη.. # χωριστός, ξέχωρος, διάφορος: two independent companies are working on the project στο έργο απασχολούνται δύο ξεχωριστές εταιρίες # ΦΡ. independent clause γραμμ. ανεξάρτητη πρόταση § independent means εισόδημα που εξασφαλίζει οικονομική ανεξαρτησία § independent sound change (στη γλωσσολογία:) ανεξάρτητα/ελεύθερα πάθη |
| 2 | independent clause | ανεξάρτητη πρόταση. Δείτε επίσης: independent |
| 3 | independent colony | αυτόνομη αποικία. Δείτε επίσης: independent |
| 4 | independent means | εισόδημα που εξασφαλίζει οικονομική ανεξαρτησία. Δείτε επίσης: independent |
| 5 | independent sound change | (στη γλωσσολογία) ανεξάρτητα/ελεύθερα πάθη. Δείτε επίσης: independent |
| 6 | independently | [indipEndentli] επίρρ. ανεξάρτητα, ανεξαρτήτως: independently of any objections ανεξαρτήτως οποιωνδόπτε αντιρρήσεων # χωριστά, χώρια: the two contractors work independently οι δύο εργολάβοι εργάζονται χωριστά |
| 7 | independently of any objections | ανεξαρτήτως οποιωνδόπτε αντιρρήσεων. Δείτε επίσης: independently |