9/2/2010 Eπικοινωνία | Πληροφορίες
Eγγραφή | Forum | Chat | Ημερολόγιο | in mail | E-cards | SiteMaker ix.in.gr
Αποτελέσματα αναζήτησης για 'independent':
1independent[indipEndent]

επίθ. ανεξάρτητος: he's independent of his parents είναι ανεξάρτητος από τους γονείς του # αυτόνομος: independent colony αυτόνομη αποικία # αυτεξούσιος: he's independent enough not to.. είναι αρκετά αυτεξούσιος ώστε να μη.. # χωριστός, ξέχωρος, διάφορος: two independent companies are working on the project στο έργο απασχολούνται δύο ξεχωριστές εταιρίες # ΦΡ. independent clause γραμμ. ανεξάρτητη πρόταση § independent means εισόδημα που εξασφαλίζει οικονομική ανεξαρτησία § independent sound change (στη γλωσσολογία:) ανεξάρτητα/ελεύθερα πάθη
2independent clauseανεξάρτητη πρόταση. Δείτε επίσης: independent
3independent colonyαυτόνομη αποικία. Δείτε επίσης: independent
4independent meansεισόδημα που εξασφαλίζει οικονομική ανεξαρτησία. Δείτε επίσης: independent
5independent sound change(στη γλωσσολογία) ανεξάρτητα/ελεύθερα πάθη. Δείτε επίσης: independent
6independently[indipEndentli]

επίρρ. ανεξάρτητα, ανεξαρτήτως: independently of any objections ανεξαρτήτως οποιωνδόπτε αντιρρήσεων # χωριστά, χώρια: the two contractors work independently οι δύο εργολάβοι εργάζονται χωριστά
7independently of any objectionsανεξαρτήτως οποιωνδόπτε αντιρρήσεων. Δείτε επίσης: independently
Μπορείτε να δοκιμάσετε πάλι:
Όροι Χρήσης : Προστασία Προσωπικών Δεδομένων : Ασφάλεια Συναλλαγών
: Πληροφορίες : Eγγραφή : in.mail : SiteMaker : Forum :
: Προβληθείτε στο in.gr : Καταχωρίστε το site σας : Επικοινωνήστε μαζί μας :

©1999-2010  Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε.