9/2/2010 Eπικοινωνία | Πληροφορίες
Eγγραφή | Forum | Chat | Ημερολόγιο | in mail | E-cards | SiteMaker ix.in.gr
Αποτελέσματα αναζήτησης για 'free': Λέξεις 1η έως 10η
1free[frIi]

επίθ. ελεύθερος, που έχει την ελευθερία του: set free αφήνω ελεύθερο # ανεξέλεγκτος, "ελεύθερος": free choice ελεύθερη επιλογή § free love ελεύθερος έρωτας # αδούλωτος, μη υπόδουλος, "ελεύθερος": free country ελεύθερη χώρα # χειραφετημένος, "ελεύθερος": free spirit ελεύθερο πνεύμα § free thinking ελευθεροφροσύνη # που δεν είναι καθηλωμένος ή στερεωμένος, "ελεύθερος": free end of a chain ελεύθερο άκρο αλυσίδας # στον οποίο απουσιάζουν εμπόδια, ανεμπόδιστος, "ελεύθερος": free flow ανεμπόδιστη ροή § the corridor is now free ο διάδρομος είναι τώρα ελεύθερος # που δεν υπόκειται σε περιορισμούς ή κανόνες, απεριόριστος, "ελεύθερος": free verse ελεύθερος στίχος # αυτεξούσιος, αδέσμευτος, ανεξάρτητος, "ελεύθερος": he's a free agent είναι ελεύθερο πουλί # απαλλαγμένος (από αρνητικά στοιχεία) "ελεύθερος": free from defects απαλλαγμένος ελαττωμάτων # αδάπανος, δωρεάν: free ticket δωρεάν εισιτήριο # που δεν βρίσκεται στην κατοχή ή τη χρήση κάποιου, "ελεύθερος": is this seat free ? είναι ελεύθερο το κάθισμα αυτό; # που δεν έχει διατεθεί ή προοριστεί για κάτι, διαθέσιμος, "ελεύθερος": my afternoon is free το απόγευμά μου είναι διαθέσιμο/ελεύθερο # αφειδής, άφθονος: he's free with his promises δίνει αφειδώς υποσχέσεις # αχαλίνωτος: he's free in his language έχει αχαλίνωτη γλώσσα # (για απόδοση κειμένων κλπ.) ελεύθερος: free translation ελεύθερη μετάφραση # χημ. αδέσμευτος: free hydrogen αδέσμευτο υδρογόνο # ΦΡ. free admission δωρεάν/ελεύθερη είσοδος, είσοδος ελευθέρα § free and Accepted Masons Ελεύθεροι και Αποδεκτοί/Αποδεδεγμένοι Τέκτονες § free Church 1. (Πρεσβυτεριανή) Ελεύθερη Εκκλησία, Πρεσβυτεριανοί > 2. Διιστάμενοι § free competition ελεύθερος ανταγωνισμός § free dive ελεύθερη πτώση (αλεξιπτωτιστή) § free drop 1. (ύψος ή απόσταση που διανύεται σε) ελεύθερη πτώση > 2. ύψος πτώσης § free enterprise οικον. ιδιωτική πρωτοβουλία § free fall ελεύθερη πτώση § free flight πτήση χωρίς τη βοήθεια κινητήρα § free-for-all 1. αγώνας ανοικτής συμμετοχής > 2. γενική συμπλοκή > 3. ξέφρενα > 4. ξέφρενος § free form (στις τέχνες:) ελεύθερο σχήμα ή μορφή § free gift 1. δώρο, δώρημα, χάρισμα > 2. νομ. δωρεά § free hand απόλυτη πρωτοβουλία κινήσεων § free hand drawing ελεύθερο σχέδιο § free kick αθλοπ. ελεύθερο λάκτισμα § free-lancer ελεύθερος επαγγελματίας § free liver ιδ. καλοπερασάκιας, γλεντζές § free loader ιδ. τρακαδόρος § free market ελεύθερη αγορά § free of duty οικον. αδασμολόγητος, απαλλασσόμενος δασμών § free on board (FOB/fob) ελεύθερον επί του πλοίου ή μεταφορικού μέσου, "φομπ" § free pardon νομ. 1. αμνήστευση > 2. απονομή χάριτος § free pass εισιτήριο "ελευθέρας" § free period (για σχολεία κλπ.) κενή ώρα § free public education δωρεάν παιδεία § free speech νομ. ελευθερία του λόγου § free university ανοικτό ή ελεύθερο πανεπιστήμιο § free will φιλοσ. 1. ελεύθερη βούληση > 2. ανταιτιοκρατία § break free 1. δραπετεύω > 2. αποδεσμεύομαι, (απο)λυτρώνομαι § duty-free αδασμολόγητος, απαλασσόμενος δασμών § for free αδαπάνως, δωρεάν, τζάμπα/τσάμπα § go scot-free ιδ. τη γλιτώνω φτηνά, τη βγάζω καθαρή § have the free run of.. έχω το ελεύθερο να επισκέπτομαι ή να κινούμαι σε.. § interest-free άτοκος § make free with.. παραξεθαρρεύω με.. παίρνω ή χρησιμοποιώ (υπερβολικά) ελεύθερα.. § make so free to.. αποτολμώ να.. § of one's own free will αυτοβούλως, εξ οικείας (και αβιάστου) βουλήσεώς μου § post-free ελεύθερος ταχυδρομικών τελών, ταχυδρομικής ατέλειας § scot-free 1. αβρόχοις ποσί, ατιμώρητος > 2. άθικτος, αλώβητος, σώος και αβλαβής § tax-free αφορολόγητος, ατελής, αδασμολόγητος
2free[frIi]

ρ. (απ) ελευθερώνω, προσφέρω την ελευθερία: we must free the political prisoners πρέπει να απελευθερώσουμε τους πολιτικούς κρατούμενους # απαλλάσσω από κατοχή ή δουλεία, λυτρώνω, ξεσκλαβώνω: they're fighting to free their country πολεμούν για να λυτρώσουν τη χώρα τους # απαλλάσσω (από αρνητικά στοιχεία, βάρη, υποχρεώσεις κτλ.): you must free yourself from all prejudice πρέπει να απαλλαγείς από κάθε προκατάληψη # απεγκλωβίζω: I tried to free the driver from the wrecked car προσπάθησα να απεγκλωβίσω τον οδηγό από το τρακαρισμένο αυτοκίνητο # αποσπώ, απαγκιστρώνω, ξεσκαλώνω: I tried to free my sleeve from the hook προσπάθησα να ξεσκαλώσω το μανίκι μου από το αγκίστρι
3free admissionδωρεάν είσοδος # δωρεάν/ελεύθερη είσοδος # είσοδος ελευθέρα # ελεύθερη είσοδος. Δείτε επίσης: admission - free
4free agent"ελεύθερο πουλί" # ανεξάρτητος # αυτεξούσιος # ελεύθερος πολίτης. Δείτε επίσης: agent
5Free and accepted MasonsΕλεύθεροι και Αποδεκτοί ή Αποδεδεγμένοι Τέκτονες. Δείτε επίσης: accepted
6free and Accepted MasonsΕλεύθεροι και Αποδεκτοί/Αποδεδεγμένοι Τέκτονες. Δείτε επίσης: free
7free choiceελεύθερη επιλογή. Δείτε επίσης: free
8Free church(η Πρεσβυτεριανή) Ελεύθερη Εκκλησία # Διιστάμενοι # Πρεσβυτεριανοί. Δείτε επίσης: church
9free Church(Πρεσβυτεριανή) Ελεύθερη Εκκλησία # Διιστάμενοι # Πρεσβυτεριανοί. Δείτε επίσης: free
10free competitionελεύθερος ανταγωνισμός. Δείτε επίσης: free
Επόμενη >>
Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14
Μπορείτε να δοκιμάσετε πάλι:
Όροι Χρήσης : Προστασία Προσωπικών Δεδομένων : Ασφάλεια Συναλλαγών
: Πληροφορίες : Eγγραφή : in.mail : SiteMaker : Forum :
: Προβληθείτε στο in.gr : Καταχωρίστε το site σας : Επικοινωνήστε μαζί μας :

©1999-2010  Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε.