Φαινομενικά τα Βαλκάνια δείχνουν να αλλάζουν σελίδα. Η συμφωνία της Ελλάδας με την ΠΓΔΜ για το «ονοματολογικό», η έστω και δύσκολη διαπραγμάτευση ανάμεσα στη Σερβία και το Κόσοβο, η ανανέωση των ενταξιακών προοπτικών για όσες χώρες δεν ανήκουν ήδη στην ΕΕ, ακόμη και μικρότερης εμβέλειας εξελίξεις όπως η προοπτική χάραξης της ΑΟΖ ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι βασικές ενδείξεις ότι πάμε σε μια περίοδο όπου προηγούμενες συγκρούσεις επιλύονται και νέες μορφές περιφερειακής συνεργασίας δοκιμάζονται.

Βέβαια, όπως συμβαίνει συχνά σε αυτή την περιοχή, τα πράγματα είναι κάπως πιο σύνθετα και μια τέτοια εικόνα μπορεί να είναι έως και παραπλανητική.

 

Τα αγκάθια των διαφόρων «λύσεων»

Η Συμφωνία των Πρεσπών θα εγκριθεί στο σχετικό δημοψήφισμα, αν και ύστερα από μια χωρίς προηγούμενο κινητοποίηση του διεθνούς παράγοντα, υπέρ του «ναι», που φαίνεται ότι έκαμψε και τις αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης που τελικά επέλεξε να ψηφίσει κατά συνείδηση.

Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα οι αντιδράσεις δεν έχουν σταματήσει, ακόμη και στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού.

Αντίστοιχα, στις σχέσεις ανάμεσα στο Κόσοβο και τη Σερβία οι προοπτικές που φάνηκαν για μια επίλυση του θέματος μέσα από μια διαδικασία ανταλλαγή εδαφών δεν έχουν μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί.

Η πρόσφατη επίσκεψη του Σέρβου Πρόεδρου Βούτσιτς στο Κόσοβο σημαδεύτηκε από έντονες αντιδράσεις, όταν θέλησε να επισκεφτεί τις σερβικές περιοχές, ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι η προοπτική συμφωνίας έχει αρκετά χρόνια μπροστά της.

Την ίδια ώρα διάφορες παλαιότερες πληγές παραμένουν ανοιχτές. Η ανακίνηση του θέματος του Κοσόβου και η προοπτική αλλαγής συνόρων, ή, εναλλακτικά, η προοπτική εκτεταμένης αυτονομίας των σερβικών δήμων, δημιούργησε μεγάλη ανησυχία στην ούτως ή άλλως διαιρεμένη Βοσνία Ερζεγοβίνη.

Τα Βαλκάνια στο φόντο του «νέου Ψυχρού Πολέμου»

Όλα αυτά, όμως, δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά χωρίς τους ευρύτερους ανταγωνισμούς στην περιοχή. Δεδομένης της ένταξης στο ΝΑΤΟ και της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και μάλιστα ως «προκεχωρημένων φυλακίων» στο «νέο Ψυχρό Πόλεμο» (για παράδειγμα με την αποδοχή εγκατάστασης στο ρουμανικό έδαφος αντιβαλλιστικών συστοιχιών), το ενδιαφέρον μεταφέρθηκε για τις ΗΠΑ στα Δυτικά Βαλκάνια.

Στα Δυτικά Βαλκάνια με δεδομένη την ένταξη και του Μαυροβουνίου και της Αλβανίας, οι κρίσιμοι κόμβοι ήταν δύο: η Σερβία και η ΠΓΔΜ. Αυτό μπορεί να εξηγήσει την επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων για τη Συμφωνία των Πρεσπών και την ιδιαίτερη δραστηριοποίηση της αμερικανικής πλευράς στην κατεύθυνση της υπερψήφισής της στο δημοψήφισμα της 30ης Σεπτεμβρίου, έτσι ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ.

Ως προς τη Σερβία δεν πέρασε απαρατήρητη η ρητή αμερικανική στήριξη στην προοπτική επίλυσης της διαφοράς ανάμεσα στο Κόσοβο και τη Σερβία με ανταλλαγή εδαφών, μια θέση που σαφώς διαφοροποιείται από τη μέχρι τώρα συναίνεση της διεθνούς κοινότητας στην αποφυγή τέτοιων πρακτικών.

Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν στηρίζοντας μια τέτοια λύση να εξασφαλίσουν μια μετατόπιση της Σερβίας προς τη μεριά τους, τροποποιώντας με έναν πιο οριστικό τρόπο το συσχετισμό σε βάρος της Ρωσίας που παραδοσιακά επένδυε στη διαχρονική ρωσοσερβική φιλία.

Βέβαια, έχει σημασία ότι σε αυτό το θέμα, οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος με την ΕΕ και ιδίως με τη Γερμανία. Στα μάτια των ευρωπαίων και με νωπή τη μνήμη του καταστροφικού γιουγκοσλαβικού εμφυλίου, η προοπτική αλλαγής των συνόρων, εμπεριέχει τον κίνδυνο νέων συγκρούσεων.

Από την άλλη, οι Ευρωπαίοι έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις χώρες της Βαλκανικής που δεν ανήκουν στην Ένωση. Η προσπάθεια ανασυγκρότησης της ΕΕ, μετά και από το σοκ του Brexit, περιλαμβάνει ξανά την πίεση για διεύρυνση, την ίδια ώρα που οι χώρες αυτές ταυτίζουν στην εσωτερική τους πολιτική συζήτηση την ευρωπαϊκή προοπτική με την οικονομική αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό.

Μάλιστα είναι αυτό το ενδιαφέρον που εξηγεί και τη σύμπτωση της ΕΕ και των ΗΠΑ στη στήριξη του «ναι» στο δημοψήφισμα στην ΠΓΔΜ και την μαζική κάθοδο ευρωπαίων αξιωματούχων στα Σκόπια,

 

Η αντιφατική θέση της Ρωσίας και ο ρόλος της Κίνας

Την ίδια στιγμή η Ρωσία βρίσκεται σε μια αντιφατική θέση ως προς τα Δυτικά Βαλκάνια. Παρότι οι ΗΠΑ κυρίως έχουν χώρες της στενής επιρροής τους αρκετά πιο κοντά στη Ρωσία, η ρωσική διπλωματία εξακολουθεί να επενδύει σε αυτή την περιοχή, θεωρώντας την πολιτικά και συμβολικά σημαντική αλλά και κρίσιμη στην προσπάθεια αποφυγής να συγκροτηθεί μια υγειονομική ζώνη εναντίον της.

Ωστόσο, παρά την προσπάθεια καλλιέργειας στενών δεσμών με συγκεκριμένες χώρες, η Ρωσία, σε αντίθεση με προηγούμενες δεκαετίες δεν είναι ο βασικός οικονομικός εταίρος χωρών όπως η Σερβία, που έχουν πολύ μεγαλύτερες συναλλαγές με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Περίπου 70%  των εξαγωγών των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων πηγαίνουν προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, μεγάλα ενεργειακά έργα, στα οποία είχε επενδύσει έχουν μείνει μετέωρα. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να επενδύσει κυρίως σε πολιτικές και πολιτιστικές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της κοινής ορθόδοξης ταυτότητας, ενώ ταυτόχρονα προβάλλει και δυνατότητες αμυντικής συνεργασίας, όπως και τον ευρύτερο ρόλο που διεκδικεί στην περιοχή.

Οι δυτικές δυνάμεις κατηγορούν συχνά τη Ρωσία ότι στην προσπάθειά της αποκτήσει επιρροή επιλέγει προβληματικές πρακτικές. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα οι κατηγορίες ότι η Ρωσία προσπάθησε να μεθοδεύσει πραξικόπημα το 2016 στο Μαυροβούνιο για να αποτρέψει την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, κατηγορίες τις οποίες η ρωσική πλευρά αρνείται κατηγορηματικά. Πιο πρόσφατα είχαμε την ελληνική κυβέρνηση να κατηγορεί ρώσους διπλωμάτες για ανάρμοστη ανάμειξη στα εσωτερικά της χώρας, με την Ρωσία να αρνείται επίσης τις κατηγορίες.

Η κινεζική επιρροή

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε και τη σταθερή προσπάθεια της Κίνας να αποκτήσει οικονομική επιρροή στην περιοχή, μέσα από επενδύσεις κύρια σε έργα που σχετίζονται με τις μεταφορές όπως οι αυτοκινητόδρομοι (που αποτελούν και τη συνέχεια των κινεζικών επενδύσεων στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης).

Σε αυτό το φόντο θα μπορούσε κανείς να πει εάν ότι ο συνδυασμός ανάμεσα στην κινεζική προσπάθεια οικονομικής επέκτασης και την ρωσική προσπάθεια διατήρησης πολιτικής επιρροής θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική παράμετρο της όλης συγκυρίας, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι πηγαίνουμε ξανά σε μια περίοδο έντονων ανταγωνισμών για τη συνολική αρχιτεκτονική του διεθνούς συστήματος. Γιατί είναι και μία περίοδος όπου η προσπάθεια ανασυγκρότησης και επέκτασης της «Δύσης», με όρους που θυμίζουν τον Ψυχρό Πόλεμο συναντούν το ενδεχόμενο σχεδίων μιας ευρύτερης «ευρασιατικής» ολοκλήρωσης που σήμερα υποστηρίζονται από την έστω και τακτική συμπόρευση Ρωσίας και Κίνας.

Όλα αυτά δείχνουν ότι το παιχνίδι των γεωπολιτικών ανταγωνισμών παραμένει ενεργό στην περιοχή, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο και στις δυναμικές των τοπικών συγκρούσεων. Τα Βαλκάνια εξακολουθούν να είναι μια περιοχή κρίσιμη για συνολικότερους συσχετισμούς δυνάμεων και δεν προσφέρονται για σχηματικές προσεγγίσεις.