Τα γονίδια του καθενός μας καθορίζουν πως ο καρδιακός παλμός και η αρτηριακή πίεση του αίματος διαφοροποιούνται κατά την άθληση, σηματοδοτώντας μελλοντικά καρδιαγγειακά προβλήματα, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο The Journal of Physiology.

Όταν αθλούμαστε ως γνωστόν ο καρδιακός παλμός και η αρτηριακή πίεση του αίματος αυξάνονται.

Όμως το εύρος των αυξήσεων αυτών διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Παλαιότερες μελέτες είχαν δείξει ότι οι αφύσικα μεγάλες αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης κατά την άθληση μπορεί να καθιστούν πιθανότερη τη μελλοντική εκδήλωση υπέρτασης. Συνεπώς η καλύτερη κατανόηση των λόγων που κάποιοι άνθρωποι ανταποκρίνονται διαφορετικά στη γυμναστική είναι σημαντική στην αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και την πρώιμη παρέμβαση για την πρόληψη ή θεραπεία των ατομικών κινδύνων υγείας.

Στο πλαίσιο αυτό, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Γκελφ στον Κανάδα μέτρησαν την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό παλμό 200 υγιών ανδρών και γυναικών πριν και μετά μιας δοκιμασίας λαβής, ενώ έκαναν και ανάλυση γονιδιώματος για γενετικούς παράγοντες κινδύνου.

Διαπίστωσαν λοιπόν ότι γενετικές διαφορές στους υποδοχείς των σκελετικών μυών μπορούν να συντελέσουν σε διαφορετικές αντιδράσεις. Οι υποδοχείς αυτοί είναι ομάδες εξειδικευμένων κυττάρων που ανιχνεύουν αλλαγές στο περιβάλλον και προκαλούν κάποια αντίδραση.

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η παρουσία δύο συχνών γονιδιακών μεταλλάξεων στους υποδοχείς σκελετικού μυ συντελούσαν σε υψηλότερη αρτηριακή πίεση κατά την άθληση, και ειδικότερα στους άνδρες φορείς.

«Αν και η μελέτη είναι μικρούς εύρους δείχνει ότι η παρουσία συγκεκριμένων υποδοχέων μπορεί να συντελέσει σε υψηλότερη αρτηριακή πίεση κατά τη γυμναστική, παράγοντας κινδύνου για μελλοντικά καρδιαγγειακά προβλήματα. Είναι λοιπόν σημαντικό να εξετάσουμε γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά κυρίως στους άνδρες και να κατανοήσουμε τους υποκείμενους μηχανισμούς που επηρεάζουν τον καρδιακό παλμό και την αρτηριακή πίεση κατά την άθληση», σημειώνει ο συγγραφέας της μελέτης Δρ Φιλιπ Μιλλαρ.