Οι τράπεζες, κατά την διάρκεια της κρίσης, έχουν λάβει πολλά και ποικίλα μέτρα αναδιάρθρωσης των δανείων τους, με πλήθος ρυθμίσεων και υπάρχει ήδη μία σαφής πορεία μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Παρ΄όλα αυτά η χώρα μας μέσω του τραπεζικού συστήματος, κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό μη εξυπηρέτησης, που ανέρχεται στο 40% του συνολικού χαρτοφυλακίου τόσο για στεγαστικά, όσο και για επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια.

Σύμφωνα με τη νέα οδηγία της Κομισιόν και του SSM, λειτουργεί ήδη το λεγόμενο Calendar Effect, που αφορά σε αυτοματοποιημένη διαχείριση δανείων μετά το πέρας 2 ετών.

Αυτό πρακτικά σημαίνει, πως για δάνεια που δεν φέρουν εγγυήσεις και σταματούν να εξυπηρετούνται,μετά την διετία, η τράπεζα οφείλει να λάβει προβλέψεις για το σύνολο αυτών των δανείων. Αν μάλιστα υπάρχουν εγγυήσεις, τότε θα ληφθούν και πάλι προβλέψεις για όλο το ποσό, αλλά σε ορίζοντα επταετίας.

Με λίγα λόγια, η αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων, διαχείρισης αλλά και τιτλοποίησης, επιταχύνεται σημαντικά με βάση τη νέα οδηγία που αναμένεται να υιοθετηθεί και από το εθνικό δίκαιο, γεγονός που θα οδηγήσει τις τράπεζες σε μαζικές πωλήσεις τόσο σε funds όσο και σε εταιρείες διαχείρισης.

Οι τράπεζες είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένες να συμπιέσουν τους χρόνους αντίδρασης στην αγορά όσον αφορά την διαπραγμάτευση και πώληση κόκκινων δανείων, καθώς πλέον θα απαιτούνται ειδικές ομαδοποιήσεις αλλά και δημοπρασίες ώστε να εκκαθαριστούν οι ισολογισμοί τους.

Η παραπάνω διαδικασία θα προκαλέσει τον μετασχηματισμό και των εταιρειών διαχείρισης οι οποίες αν και αυξάνονται, θα αναγκαστούν σταδιακά είτε να συγχωνευθούν για να αντιμετωπίσουν τον αυξανόμενο όγκο που έρχεται, είτε να εξειδικευθούν σε συγκεκριμένες ανακτήσεις, ιδίως όσον αφορά τα δάνεια με ενέχυρο ακίνητα.

Επίσης είναι εύλογο αρκετές εταιρίες διαχείρισης σε συνεργασία με τις συστημικές τράπεζες, να εξελιχθούν κυρίως μέσω των επιχειρηματικών δανείων, σε επενδυτικά σχήματα, τα οποία είτε θα έχουν τραπεζική άδεια ή θα αποτελούν ένα venture capital το οποίο θα μπορεί να επενδύει συμμετοχικά στο μετοχικό κεφάλαιο εταιριών, αναζητώντας την απαραίτητη ρευστότητα, ώστε αφενός να επιταχυνθούν οι ανακτήσεις και αφετέρου οι επιχειρήσεις να καταστούν βιώσιμες μέσω ενός συγκεκριμένου business plan.

Σε γενικές γραμμές, η αγορά αλλάζει δραματικά και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα αποτελέσουν το κλειδί, τόσο για την επαναφορά των τραπεζών σε αυξημένα επίπεδα χορηγήσεων, μέσω αύξησης και της καταθετικής τους βάσης, όσο και της ίδιας της ελληνικής οικονομίας με σημαντική ενίσχυση της ρευστότητας και της μείωσης του ιδιωτικού χρέους.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος – τραπεζικός